Συνολικές προβολές σελίδας

Παπάρ ... Yes !!!!!

Παπάρ ... Yes !!!!!
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα antoine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα antoine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Us and Them...

Καμιά φορά είναι κάτι πράγματα που δεν τα εξηγείς με την απλή την πουτάνα τη λογική. Και εκεί που οδηγάς βραδάκι κάπου στο λεκανοπέδιο γυρνώντας από δουλειά ακούς κάτι στο ραδιόφωνο που κάτι σου κάνει. Και ανεβαίνοντας τη Συγγρού δεν κοιτάς τα αυτοκίνητα γύρω σου γιατί το μυαλό σου είναι αλλού και θυμάται.

Το ραδιόφωνο έπαιζε το Great Gig In the Sky την ώρα που ανέβαινε τη Συγγρού γυρνώντας από τη δουλειά. Μόλις είχε νυχτώσει και η Αθήνα είχε κρύψει την ασχήμια της. Η τύπισσα που έκανε εκπομπή είχε μόλις αναφέρει ότι πέθανε ο Richard Wright. Του ήταν σίγουρο ο πιο συμπαθής από όλους. Ο τύπος που δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να βγει στο προσκήνιο. Δεν χρειαζόταν. Έκανε τη δουλειά του εκεί πίσω καθιστός, μιλώντας τελικά μόνο με τα δάχτυλα του. Και τη φωνή του… Σε εκείνο το live στο αρχαίο θέατρο, σε εκείνη την απίστευτη εκτέλεση του Echoes, η φιγούρα του, θα του έμενε για πάντα.
Λονδίνο αγκαλιά με ουίσκι και One of these days, Σκωτία με τους σκληρούς και Shine on, βράδια στις εθνικές με φίλους, αμάξι και ταξίδι, και Ummagumma, κι άλλο Λονδίνο με Dark Side, και μπαλκόνι με Piper, και ρετρό με Set the Control , και γάμησέ τα. Παντού και πάντα. Πόσες και πόσες ώρες;
Σαν να του έφυγε ένα κομμάτι. Τι γελοίο, για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε ποτέ, που ούτε καν τον είχε δει. Και όμως τον είχε πειράξει. Είχε στεναχωρηθεί. Σκεφτόταν πως έκλεισε κάτι. Μια φάση. Σαν ένα κομμάτι του να αποσπάστηκε τελείως και να έμεινε για πάντα πίσω. Μπορεί και να βούρκωσε για μια στιγμή. Στη Καλιρρόης έκανε δεξιά.
Έβαλε ένα ουίσκι και στην πρώτη γουλιά άναψε τσιγάρο. Στο cd έπαιζε το Time. Ότι πρέπει.

Υ.Γ. Σε όσες στιγμές θυμόμαστε…

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Fuck you


Διάβαζα προχτές το βράδυ ένα παλιό τεύχος του Lifo, που παρεμπιπτόντως έχει χάσει την αρχική του φρεσκάδα, και όπως πάντα είχα αφήσει για το τέλος το άρθρο του Πολιτάκη, ο οποίος παραμένει ότι πιο cool και funky υπάρχει στον έντυπο γενικά. Ανέφερε μέσα την 25η ώρα του Spike Lee και το ασύλληπτο ξέσπασμα του fuck you. Χτες το βράδυ λοιπόν ήταν ότι έπρεπε για να τη ξαναδώ, μιας, το ομολογώ, συγχωρέστε με σας παρακαλώ, είχα να τη δω από τότε που βγήκε. Και πράγματι το «fuck you» τα σκάει. Κατά Spike Lee λοιπόν, θα κάνω τη δική μου λίστα:



  • Α γαμηθείτε μαλάκες ταρίφες, με τα κίτρινα κολάμαξά σας που θεωρείτε ότι οι δρόμοι είναι δικοί σας και κάνετε ότι σας καυλώσει. Που βγάζετε σκατά απ’ τις εξατμίσεις σας και ούτε που σας νοιάζει. Που κοιτάτε τα κοριτσάκια και σας τρέχουν τα σάλια, μαλάκες που γυρνάτε μετά σπίτι σας και τ’ ακούτε απ’ τις γυναικούλες σας.

  • Άντε γαμηθείτε μαλάκες πολιτικοί, άχρηστοι, παρωχημένοι, loosers της ζωής, που το μόνο που σας νοιάζει είναι να τα κονομήσετε γρήγορα και να χτίσετε μια βιλίτσα στο Λαγονήσι. Πουτάνες της εξουσίας που σας κουνάνε τα ευρώ και τρέχετε σαν πεινασμένα κοπρόσκυλα.

  • Γαμιέστε και εσείς κηφήνες φοιτητές, που δεν έχετε δουλέψει ούτε μια ώρα στη ζωή σας και εκφράζετε και άποψη. Που μου κλείνετε τους δρόμους και μετά γυρνάτε στη μαμάκα σας να φάτε σουτζουκάκια και νομίζετε ότι μπορείτε να κάνετε ότι γουστάρετε μόνο και μόνο επειδή είστε μαλακισμένα εικοσάχρονα.

  • Γαμιέστε κολόγυφτοι, βρωμιάρηδες που ζείτε ακόμα στα τσαντίρια και δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι έχει φτάσει 2008. Που βάζετε τα κοριτσάκια να παντρεύονται στα 12 και νομίζετε ότι μπορείτε να κάνετε ότι γουστάρετε. Υπάρχουν νόμοι ρε!! Και αν δεν γουστάρετε στο διάολο. Αλλού ρε! Ουστ!

  • Να πάτε να γαμηθείτε μουνόπανα τριανταπεντάρες νεογιάπηδες που δουλεύετε 15 ώρες και νομίζετε ότι είστε επιτυχημένοι. Νάρκισσοι, στην κοσμάρα σας, που αν βγείτε για λίγο από το Κολωνάκι, θα σας βιάσουν. Όταν φτάσετε 70 και θα πεθαίνετε και θα λέτε γιατί δεν έζησα. Και εγώ θα γελάω.

  • Γαμιέστε και σεις ΚΚΕδες που νομίζετε ότι κατέχετε την απόλυτη αλήθεια. Σας ξεπέρασε η ζωή, απολιθώματα, κολλημένοι, ξυπνάτε ρε, το τείχος έπεσε, και εσείς καλύτερα να κλειστείτε σε κανά ντουλάπι. Ανέραστοι, ντεκαβλέ, βάλτε τα σφυροδρέπανα στο κόλο σας, μπας και χύσετε, γιατί μάλλον δεν έχετε ιδέα.

  • 40άρες των Β.Π. Γαμιέστε! Πάρτε τη VISA άντρα σας και τρεχάτε να αγοράσετε κανένα Καλογήρου των 1000, ενώ ξέρετε ότι ο άντρας σας πηδάει την εικοσπεντάχρονη γραμματέα του. Και το βράδυ γυρίστε στο σπίτι να του πάρετε μια περιποιημένη πίπα, γιατί αυτή είναι η δουλειά σας!

  • Άντε γαμηθείτε κουλτουριάρηδες, δήθεν, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, καταλάβετε ρε, η ζωή είναι αλλού, η τέχνη είναι κάθαρση ε; Λέτσοι, και καλά εναλλακτικοί, χαμογελάστε κα καθόλου ρε! Σας έφαγε ο Στρίντμπεργκ και ο Αντονιόνι. Καλλιτέχνες.. Θέλω να ξεράσω στη μούρη σας.

  • Γαμιέστε μικροαστοί υπαλληλίσκοι που όλη την ώρα κλαίγεστε και ζητάτε από το κράτος να σας ανεβάσει τους μισθούς και να σας φθηνύνει τα φασολάκια. Ευθυνόφοβοι, κομπλεξικοί, συντηρητικοί, πάρτε και καμιά πρωτοβουλία στη ζωή σας, κότες, χέστες. Θύματα, ε θύματα.

  • Γαμιέστε βουτυρόπαιδα του Κολωνακίου, του Ψυχικού, της Κηφισιάς και της Γλυφάδας, καλομαθημένα κωλοπαίδια, στη δουλειά του μπαμπάκα και το βράδυ Rock ‘n’ roll και Ten. Λούμπεν μαλακισμένα που μόνοι σας το μόνο που θα μπορούσατε να κάνετε είναι να καθαρίζετε τζάμια στα φανάρια.

  • Γαμιέστε και σεις, Πακιστάνια στα φανάρια που μου λερώνετε τα τζάμια. Βρείτε καμιά δουλειά κανονική και σταματήστε να ζητιανεύετε. Υπάρχει και μια πουτάνα αξιοπρέπεια, αν ξέρετε τι θα πει.

  • Και σεις μουνόπανα θρησκόληπτοι, παπαδαριά και τα ρέστα, εδώ η κόλαση, ζήστε τη και αφήστε τα υπόλοιπα, πατρίδες, θρησκείες, οικογένειες. Μην ασχολείστε ρε μαζί μας, στ’ αρχίδια μας σας γράφουμε. Εκκολαπτόμενα φασιστάκια, μου χαλάτε την αισθητική. Ξυριστείτε.

(to be continued…)

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008

94+14

Είσαι 15. Και μπαίνεις στο Αμφιθέατρο. Και τα βλέπεις όλα. Και λες αυτό είναι. Έτσι θέλω τη ζωή μου. Και ξεκινάς το κάπνισμα. Και σταματάς να παίζεις μπιλιάρδα και ξεκινάς να διαβάζεις με μανία Κλικ και Νίτρο. Και να ακούς No Good. + Soda. Η μάνα ρέιβερ σε έβριζε στον Χατζηνικολάου που φορούσε ακόμα γυαλιά και είχε χωρίστρα. Περπατούσες πολύ. Και έπαιζες ακόμα μπάσκετ. Ο Γκάλης έπαιζε ακόμα. Αν και μεγάλος πια. Παραληρούσες με τον fast Eddie και με την Αδάμ, που ήταν μια κούκλα.


Και λίγο αργότερα βρέθηκες να χτυπάς παλαμάκια σε κάτι γκόμενες ανεβασμένες σε βαρέλια. Τι τρέλα και αυτή. Αλλά ποτέ δεν σου άρεσαν τα βαρέλια. Σπίτι έβαζες το Ok Computer στο καινούριο σου cd player. Και το βράδυ στα Τσιλιχρηστομάγαζα. Ακίνητος να πίνεις τα ποτάκια σου και να κόβεις διάφορες διαστημικές τύπισσες. Ταξί στην παραλιακή. Το πρωί ξυπνούσες όμως να γράψεις έκθεση. Και βαριόσουν. Αλλά ήσουν 17. Στ’ αρχίδια σου.

Και μετά uni. Και όλη η καύλα για πάρτη σου. Νομίζεις ότι θα ζεις για πάντα. Έτσι. Και την βλέπεις και εναλλακτικά. Πολύ σινεμά. Και πουλάς πνεύμα και τρέλα. Καφές. Συζητάς, πολύ. Καπνίζεις, πολύ. Πίνεις, πολύ. Τη πίνεις, πολύ. Αλλά η μηχανή έχει όλα τα άλογα. Φουλ. Τα σηκώνεις όλα. Χρόνος. Άπειρος.

Και σηκώνεσαι ένα πρωί και είσαι στο Λονδίνο. Με φίλους. Κοσμοπολιτισμός. Και περισσότερη τρέλα. Και περισσότερη ντέκα. Όσο περισσότερη τόσο καλύτερα. Μουσικές. Και περισσότερο σινεμά. Έχεις αποφασίσει ποιος είσαι. Και γουστάρεις. Σκοπός σου είναι, όχι σαν τους άλλους. Νομίζεις. Και ο έρωτας εκεί. Επιμένει.

Και κάποτε γυρνάς. Και σου φοράνε με το ζόρι ασπιρίνες στο κεφάλι. Και ψιλουποψιάζεσαι. Αλλά λες «δε νομίζω ρε μαλάκα, θα τελειώσει κι όλα όπως πριν».

Και τελειώνει. Και ξυπνάς πάλι. Και παίρνεις το μετρό και πας και δουλεύεις δέκα ώρες και δε γουστάρεις και πας και ξαναπάς και ξαναπάς. Και λες έτσι θα το βγάλουμε το υπόλοιπο;

Α ρε πούστη Κωστόπουλε, δεν μου τα χες πει έτσι.


Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008

Λόφος

Ανέβαινε την Ηρακλείτου, έχοντας αφήσει πίσω του την πολύβουη και ελαφρώς ότι να ναι Σκουφά και ξεπερνώντας αυτό το άθλιο logo του Έβερεστ στη γωνία με την Τσακάλωφ. Τα σκαλάκια της Δεξαμενής ήταν γι’ αυτόν πάντα το όριο. Η ωραιότερη πλατεία της Αθήνας του έφερνε πάντα μια ηρεμία, που δυο τετράγωνα παρακάτω είναι άγνωστη λέξη. Είναι και αυτά τα γαμημένα τα κολόπουλα που ακόμα επιμένουν να κελαηδάνε. Αν ήξεραν βέβαια τι παίζει από κάτω στην πλατεία, μάλλον θα έπαιρναν τα μπογαλάκια τους για κάπου αλλού, που θα ανέδυε λιγότερη μπόχα.

Σημασία όμως έχει πώς είναι ακόμα εκεί. Και η Δεξαμενή παραμένει το τελευταίο αποκούμπι του. Εκεί τρέχει συνέχεια τώρα τελευταία. Αλλά όλο και συχνότερα δεν μένει εκεί. Ακόμα και η εγγύτητα με το τίποτα τον ενοχλεί πια. Πέρασαν ανεπιστρεπτί οι εποχές της απενοχοποίησής του. Πλέον, δεν θέλει να έχει καμία σχέση μαζί του. Γι’ αυτό και πλέον ανηφορίζει κι άλλο. Κάποια στιγμή όμως ο λόφος έχει κορυφή. Κι όταν φτάσει και εκεί, μετά τι;

Όταν έφτασε στον περιφερειακό έστριψε αριστερά προς Νεάπολη. Σε δέκα λεπτά είχε περάσει τη Δοξαπατρή και συνέχιζε. Όπου τον πάνε τα πόδια του, χωρίς στόχο. Ως συνήθως. Νεάπολη. Πέντε λεπτά από το Κολωνάκι και τόσο διαφορετική σε όλα. Το αγαπημένο του σημείο ήταν πάντα εκεί λίγο πριν τη στροφή για το θέατρο, πρωί, όπου η σκιά του λόφου κερδίζει τον ήλιο. Το Κολωνάκι είναι το φως και η Νεάπολη το σκοτάδι. Ο καθένας διαλέγει και παίρνει. Αλλά τα πόδια δεν ικανοποιούνταν. Ούτε το μάτι. Και εκεί κάπου στη Μάρκου Ευγενικού έκανε πάλι δεξιά. Και ξεκίνησε να ανεβαίνει κι άλλο. Πατούσε τις ξερές πευκοβελόνες, γλιστρούσε, ξανασηκωνόταν, και συνέχιζε με μανία για πάνω. Και καμιά τριανταριά μέτρα πιο κει ήταν ένα μονοπάτι το οποίο σνόμπαρε επιδεικτικά.

Σε λίγο φάνηκε ανάμεσα στα πεύκα ο βράχος. Και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε το στόχο του. Και ξεκίνησε να τρέχει. Τα πνευμόνια του δεν τον βοηθούσαν. Είχαν χρόνια πάψει να του ανήκουν, από τότε που τρελάθηκαν με αυτή τη γοητευτική τύπισσα που λέγεται νικοτίνη. Αλλά αυτός συνέχιζε να τρέχει. Και ο πόνος στο συκώτι που τον λύγιζε από τον πόνο, τον έκανε να θυμηθεί τα παιδικά του, τότε που έτρεχε μικρός πάνω στον Υμηττό, με εκείνη την πουτάνα την αθωότητα που χάθηκε για πάντα. Το δάσος γύρω του τον κοίταζε με ένα ύφος λύπησης. Καμία κακία όμως. Πώς να κρατήσεις κακία σε ένα τέτοιο δάσος;

Ξάπλωσε πάνω στο βράχο. Ήταν σχεδόν μεσημέρι. Κατακαλόκαιρο. Η πέτρα έβραζε. Σηκώθηκε και κάθισε οκλαδόν. Έβγαλε και άναψε ένα τσιγάρο. Από κάτω η Αθήνα του είχε πυρώσει. Το μπετό, η άσφαλτος, τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο. Τα πάντα ήταν θολά. Και κυρίως το μυαλό του. Η Πάρνηθα δεν φαινόταν. Ήξερε πια ότι αφού χάθηκε και η Πάρνηθα δεν έμενε τίποτα. Τράβηξε μια τελευταία γερή τζούρα. Έσβησε το τσιγάρο στη σόλα του και έβαλε τη γόπα στην τσέπη του. Έγειρε μπροστά. Λίγο πριν το κεφάλι του πολτοποιηθεί στα βράχια, άκουσε κάτι πουλιά να κελαηδάνε και πάλι. Τα πουλιά δεν θα φύγουν ποτέ απ’ την Αθήνα κουφάλες…

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008

Ξέρεις πότε χάλασε το πράγμα;

Καθώς ανέβαινα τη Λιοσίων μου το στομάχι ξεκίνησε να σφίγγει. Χρόνια είχα να το νιώσω. Αραχτός στην προαστιακή μου αφθονία αυτός ο δρόμος με πονάει. Δίπλα ο Ντίνος περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι. «Ούτε θυμάμαι από πότε έχω να ‘ρθω εδώ κάτω». Το rewind στο μυαλό μου σταμάτησε πέντε χρόνια πίσω. Και τότε έβρεχε. Και τότε δεν ήμουν σε φάση. Χωθήκαμε μέσα προσπερνώντας γρήγορα το φουαγιέ των τσιτάτων, να τη η σκοτεινή πλατεία, έτσι όπως έπρεπε. Τα βήματα μοιραία οδήγησαν προς το μπαρ, η γλώσσα αυτόματα ξέρασε τη λέξη ουίσκι και το κεφάλι ξεκίνησε να σκανάρει για να οριοθετήσει την περιοχή. Στην άκρη της μπάρας στεκόταν ο Στελάρας, πίνοντας, όπως προβλέπεται, ουίσκι και καπνίζοντας με ένα αμφισβητούμενο στυλ Μπόγκαρτ με λίγο από Ρίτσαρντ Γκιρ.

«Όλοι εδώ είναι. Κάθονται μπροστά». Εκεί ήταν όλοι οι ήρωες μου, γερασμένοι, ήρθαν για να μιλήσουν. Και μίλησαν. Άψογοι. Έτσι όπως έπρεπε. Στο τοίχο ο κοντός και ο ψιλός χορεύανε τον επικό τους χορό και χειροκροτούσα παθιασμένα. Πάνω από όλα το στυλ φίλε μου, και η αξιοπρέπεια. Και η Ρίτα φευγάτη, έτοιμη να κατέβει στο Σύνταγμα και ν’ αρχίσει να μασάει κανέναν. Και μετά βγήκε ο Τάκης και μίλησε για το Νίκο και για τους βλάκες της αριστεράς. Ναι, γι’ αυτούς τους ηλίθιους. Και κόλλησαν κάτω γιατί φίλε μου τα κλισέ είναι πάντα κλισέ και θα είναι. Και ο Άλκης ανέβηκε στα τύμπανα και ο Πολύτιμος στα πλήκτρα, αφού πρώτα μαζέψανε τη Ρίτα. Κουρέλια. Αυτή τη φορά δεν αυτοκτόνησε. Αρκεί η μία φορά.

Και βρέθηκα μετά από κανά τρίωρο και βάλε, κλασμένος, να χορεύω με το Στελάρα και τον Κωστάκη σε στυλ one for the money, και ο Αφροντίτεν έτριζε το μπάσο σε τσίτα ρυθμούς.

Και ξανακατέβηκα τη Λιοσίων αλλά αυτή τη φορά έβρεχε φουλ. Λύτρωση ε; Γενναιόδωρη νύχτα. Και όπως είπε και ο ποιητής, άμα η νύχτα ολόκληρη σου δίνεται, δεν τη ρωτάς ποτέ τι ώρα είναι. Και αυτό ακριβώς έκανα. Κοίταζα τον ουρανό και ένιωθα το νερό να τρέχει στο πρόσωπό μου.

Το άλλο πρωί σηκώθηκα με τον ίδιο κόμπο στο στομάχι. Βγήκα για λίγο στο μπαλκόνι. Ο Υμηττός ήταν κάτασπρος. Και ο κόμπος έσφιξε περισσότερο. Και εγώ ξεκίνησα για ακόμα ένα δεκάωρο …

Υ.Γ. Αν ένα πράγμα έμαθα από το Νίκο είναι πως πάνω απ’ όλα είναι η αξιοπρέπεια. Και προσπαθώ συνέχεια να είμαι καλός μαθητής. Αλλά κάνω κοπάνες πολύ συχνά.


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008

Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ

Και ύστερα τι; Μμμμ, θα το χαρακτήριζα τουλάχιστον ενδιαφέρον. Και λοιπόν; Κάτι τέτοιο τέλος πάντων ή κάπως έτσι. Έχει καμία σημασία; Λες τελικά να έχει; Ο λα λα, τι περνάω σαββατιάτικα. Κι όλα αυτά για έναν πούστη Λευκορώσο, που πήγε να με πείσει πως ήταν ο δίδυμος αδερφός του Έλβις (πάντα μιλώντας κατά Τζάρμους). Γιατί αν είναι να ξεκινούμε να αγνοούμε και τον Τζάρμους, τότε δεν είναι καλά τα πράγματα. Αλλά καθόλου καλά.

Και ύστερα πλάκωσαν οι βλάχοι. Με τα Καγιέν μεσημεριάτικα στο Κολωνάκι. Τι λούμπεν θέε μου. Ανυπαρξία αισθητικής. Αλλά τι σας λέω και σας. Στη ζωούλα σας τη μικροαστική εσείς και μην ενοχλείστε. Κανά παρτάκι, κανά μπαφάκι και μια επαναστασούλα στα πλαίσια. Κουφάλες, που μου το παίζετε και κάποιοι. Πολυεθνικές, τράπεζες, γραφειάκια. Συγγνώμη λίγο, πάω μέχρι τη λεκάνη μου να ξεράσω.

Κι ύστερα ο Μπούτς πυροβολεί τον Τραβόλτα. Και πότε ε; Την ώρα που χέζει. Α ρε Q, τι θα κάναμε και χωρίς εσένα; Και χωρίς το σινεμά. Το δικό μας όμως, όχι το άλλο. Και είναι και Σάββατο ρε πούστη. Όλη η ελληναρία πρέπει να βγει. Τι νομίζετε ότι δεν ανήκετε εκεί; Καγχα, έκανε ο καγχαστής από το Λ.Α και μετά μπήκε στη ροζ του ανοιχτή Κάντιλακ και ξεχύθηκε στον αυτοκινητόδρομο προς την έρημο της Νεβάδα.

Και εκεί παρακάτω πέτυχε τον Κέρουακ να του κάνει οτοστόπ. Και ο τολμητίας ο Καγχαστής δεν τον πήρε. Τον θεωρούσε λίγο γραφικό, και μεταξύ μας δεν είχε άδικο.

Και χιουμοράκι και καλά πνευματώδες και ψαγμένο ε; Ε ρε ξεφτίλες. Μου προκαλείτε αλλεργία...

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007

See You In Hell My Darling

Όταν την προηγουμένη Πέμπτη έμαθα για το θάνατο του Νικολαΐδη δεν ξέρω τι ένιωσα πιο έντονα. Στεναχώρια από το ότι πλέον πήγε στην αγαπημένη του κόλαση ο, με διαφορά, μεγαλύτερος έλληνας σκηνοθέτης ή ανακούφιση γιατί πλέον έπαψε ο ελληνικός κινηματογράφος να διαθέτει τον μοναδικό άνθρωπο που στα έσκαγε από παντού γι’ αυτά που ήθελες να είσαι και κόλωσες, γι’ αυτά που ήθελες να κάνεις και δεν είχες τ’ αρχίδια. Που σου έριχνε μέσ’ τη μούρη τα σκατά μέσα στα οποία ζεις και νομίζεις ότι είναι οκ, ενώ μέσα σου ξέρεις ότι τελικά είναι σκατά, που σού δειχνε στην οθόνη αυτά που σκέφτεσαι, και την ίδια στιγμή που τα σκέφτεσαι, την ίδια στιγμή τα θάβεις ακόμα πιο βαθιά.

Κάποιοι μιλάνε για το ρόλο του στο ελληνικό σινεμά και κάτι άλλα ακαδημαϊκά, άκυρα, γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν ότι ο Νικολαΐδης έκανε παγκόσμιο σινεμά που έβγαινε από τα πιο σκοτεινά κομμάτια του μυαλού, μακριά από οποιαδήποτε θεωρία, ιδεολογία και όλες αυτές τις μαλακισμένες λέξεις. No rules. Μόνο χωρίς κανόνες και καμιά αρχή, καμιά εξωτερική επιβολή, φτάνεις εκεί που έφτασε αυτός και δεν αυτολογοκρίνεσαι και σέβεσαι τους γύρω σου, μα πάνω απ’ όλα τον εαυτό σου.

Η παρέα και ο εγκλεισμός. Πάνω από όλα η φιλία, και ότι είναι απ’ έξω είναι εχθρός. Και όταν η φιλία δεν νικάει την εξουσία πέφτει υπερασπίζοντας την, γι’ αυτή τη γαμημένη την αξιοπρέπεια. Ο Νικολαΐδης μπήκε σε τέτοια μονοπάτια που πολλές φορές νίκησαν και τον ίδιο. Αλλά δεν έχει σημασία ποιός νίκησε. Άλλωστε η ήττα δεν είναι πιο ωραία; Οι νίκες σε μαλακώνουν, σε κάνουν λίγο πιο αδερφή, είσαι πλέον από πάνω, και αν είσαι από πάνω είσαι de facto με τους κακούς.

Σκόρπιες φράσεις και σκέψεις. Δυστυχώς δεν έχω την ικανότητα να βρω τα λόγια. Απλώς λέξεις χύμα. Αποχαιρετώ το Νικολαΐδη. Τον ήθελα κι άλλο. Αλλά δεν έχει σημασία; Τα κουρέλια τραγουδάνε για πάντα, και εκείνη η γάτα κάτι μαγειρεύει.

Υ.Γ. Τα κουρέλια είναι από τις δυο τρεις ταινίες που έχουν συμβάλει συνολικά σε αυτό που είμαι. Καληνύχτα, πάω να δω τον Άλκη να χτυπάει τα τύμπανα. Και η κατάληξη είναι γνωστή...

Τρίτη 28 Αυγούστου 2007

....

Α ρε Ελλάδα πως σε καταντήσανε...


Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007

The Unsmiling World of Avant Garde

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια χώρα μακρυά στο Βορρά, που έκανε πολύ κρύο και είχε συνέχεια χιόνια, ζούσε ένα αγοράκι που τον έλεγαν Βλαδίμηρο. Όταν πήγαινε σχολείο, τα άλλα παιδάκια δεν τον έπαιζαν γιατί ήταν άχρηστος στη μπάλα και τον κοροϊδεύαν όλη την ώρα γιατί είχε από τότε ένα περίεργο τριγωνικό γενάκι. Όταν μεγάλωσε λίγο και έγινε έφηβος με τις γνωστές ορμονικές εκρήξεις, έτρωγε τη μία χιλόπιτα μετά την άλλη γιατί ήταν γάμησε τα στη φάτσα, κοντόχοντρος, με τάσεις για καράφλα από τότε, και μια μόνιμα ξυνισμένη φάτσα, και τα κοριτσάκια προτιμούσαν τα αγοράκια που έμοιαζαν στον όμορφο βασιλιά της χώρας. Έτσι όταν ο Βλαδίμηρος έγινε πια άντρας αποφάσισε να εκδικηθεί την κοινωνία που του φέρθηκε τόσο βάναυσα τραυματίζοντας την ευαίσθητη νεανική ψυχή του, και να καθαρίσει το βασιλιά της που ήταν και ομορφόπαιδο και του έκλεβε τις γκόμενες. Και την εκδικήθηκε για τα καλά...

Ο μικρός Βλαδίμηρος λοιπόν, σε αυτή του την προσπάθεια, έγραψε, είπε και έκανε διάφορες μαλακίες. Το περίεργο δεν είναι αυτές οι μαλακίες – ο καθένας άλλωστε έχει δικαίωμα να πει ότι παπαριά του έρθει στο κεφάλι, καλή ώρα – αλλά ότι με αυτές τις μαλακίες ασχολήθηκε, χιλιάδες κόσμος, προσπαθώντας να καταλάβει τα προσωπικά συμπλέγματα του στερημένου Ουλιάνωφ. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους καμμένους ανά τις δεκαετίας, υπήρξα και εγώ μια εποχή, παλιά. Χάνοντας πολλές πολύτιμες ώρες ελεύθερου χρόνου, που τώρα τον σημαδεύω με το τουφέκι, αντί να είμαι σε τίποτα μπαράκια και να ασχολούμαι με κοριτσάκια, προσπαθούσα να καταλάβω τι ήθελε να πει ο μικρός Βλαδίμηρος, που εν το μεταξύ είχε γίνει Λένιν. Εντάξει, όλοι έχουμε κάνει μαλακίες στη ζωή μας. Ευτυχώς βαρέθηκα γρήγορα και έκοψα αυτή την θανατηφόρα συνήθεια. Γιατί αν δεν κόψεις μικρός τις κακές συνήθειες, τσιγάρο, αλκοόλ, ναρκωτικά, κομμουνισμούς, κουλτούρες και τα λοιπά, τότε μεγαλώνοντας αρχίζουν και γίνονται επικίνδυνες. Και η εξάρτηση πλέον είναι τέτοια, που μόνο η συστηματική επιστημονική θεραπεία μπορεί να την καταπολεμήσει. Και αυτή με δυσκολία. Διότι είναι γνωστό το ρητό: Once a smoker, always a smoker, και ελληνιστί, μια φορά κνίτης, πάντα κνίτης.

Ο Βλαδίμηρος λοιπόν, ανάμεσα στις τόσες αρλούμπες που ξεστόμισε, είπε και κανά δυο καλά εξυπνακίστικα τσιτάτα του στυλ «Αριστερισμός, παιδική ασθένεια του κομμουνισμού», για όλους αυτούς που ενώ κάτι έχουν να πουν και κάνουν μια προσπάθεια, στο τέλος κάπου το χάνουν, γαμιέται η όλη φάση, και καταντούν για αβγά. Με τις καρτέλες, κατά εικοστετράδες.

Και έφτασα εδώ που ήθελα. Ο Αγέλαστος Κόσμος της Πρωτοπορίας λοιπόν. Avant-garde κατά το αγγλοσαξωνικό. Ναι... Τι να πει κανείς; Με μία λέξη, βαριέμαι. Βάζουμε μπόλικη εσωτερική ανάλυση (φοριέται πολύ ο όρος), δύο πρέζες ψυχοδιαταραγμενοανώμαλα άτομα στο μικροσκόπιο, τρία φλιτζάνια του τσαγιού αποθυμένα μιας ζωής, μία φέτα οιδιπόδειο, μισό κιλό σεξουαλικές νευρώσεις των γονιών μας, δύο σπυριά καινοτόμες προσεγγίσεις, και ιδού το τρομερό αποτέλεσμα! Τρομερό, προφανώς με την έννοια του τρομακτικού. Αλλά μιλάμε για εφιάλτη, όχι απλώς ένα θριλεράκι.

Δεν μας φτάνουν δηλαδή όλοι οι ανώμαλοι ήρωες του παγκόσμιου θεάτρου και λογοτεχνίας, οι χιλιάδες παραστάσεις και τα έργα που ανεβαίνουν κατά ριπάς, πρέπει να τους ξαναναλύσουμε και πάλι και πάλι, σε παραστάσεις των 4, 5, 6 και βάλε ωρών, με τέταρτες, πέμπτες και έκτες αναγνώσεις. Και ψαρώνει ο κόσμος, στην αγωνία του να μην τον πούνε άσχετο και απολίτιστο. Και δεν τολμάει να πει «Ρε παιδιά είστε για πολλά γιαούρτια, τι μαλακίες είναι αυτές», γιατί θα φάει κράξιμο, από όλους τους κομπλεξικούς ψευτοκουλτουριάδες. Αντί να κάτσουν να κάνουν καμιά παράσταση normal, με χιούμορ, να δει ο κόσμος το πραγματικό θέατρο, τον πραγματικό κινηματογράφο, να καταλάβει τη γοητεία της απλότητας, κάνουν όλες αυτές τις πρωτοποριακές και καλά μαλακίες, προκειμένου να ικανοποιήσουν το γιγαντιαίο εγώ τους και τον εμετικό ναρκισσισμό τους. Δεν τους νοιάζει να πάρουν το κοινό και να πάνε παραπέρα όλοι μαζί ή να μείνουν εδώ και απλώς να περάσουν καλά. Θέλουν να τους βλέπουν με δέος και θαυμασμό ως ταγούς της τέχνης και της διανόησης που ανήγουν νέους δρόμους. Να αυτοεπιβεβαιώνονται διαρκώς, γιατί το έχουν ανάγκη. Όλοι οι κομπλεξικοί, οι αγάμητοι, οι ανασφαλείς, τα ψωνάκια, και πάνω από όλα οι φοιτήτριες των καλών τεχνών και της φιλοσοφικής, αποτελούν αυτόν τον καινούριο γενναίο κόσμο. Αλλά ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει τις ψυχώσεις τους, τους βαριέται πολύ γρήγορα και το γυρνάει στον Παρασκευά, για τον οποίο είναι το ίδιο υπεύθυνοι, όσο και η Πάνια. Για να μην πω περισσότερο.

Συνεχίστε λοιπόν τα δικά σας μάγκες, παίχτε σε θέατρα, μπαρ, γκαλερί, παντοπωλεία, σουπερμάρκετ, μπουρδέλα, για να «κατεβάσετε» την «πρωτοπορία» στον κόσμο, βαυκαλιστείτε μέσα στον μικρόκοσμό σας, και προς θεού μην προσπαθήσετε να με προσεγγίσετε. Έχω πολύ χαμηλό επίπεδο για σας. Δεν σας κάνω. Δεν νομίζω, σε αντίθεση με σας, ότι η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

Υ.Γ.1: Ο τίτλος και η τελευταία φράση του κειμένου είναι κλεμμένα από τον τεράστιο Κωνσταντίνο Τζούμα. Καλό θα κάνει σε όσους βρίσκουν γοητεία στην κάθε είδους avant-garde σκηνή να τον ακούνε τα πρωϊνά. Σίγουρα θα τους κάνει καλό.

Υ.Γ.2: Πραγματικά, δεν καταλαβαίνουν πόσο αφόρητα πληκτικοί είναι; Τόσο μαλάκες πια;

Πέμπτη 19 Απριλίου 2007

The Lady Who Left Earlier

Στο χαλάκι έξω από την πόρτα κοιμόταν μια γάτα. Δεν ήθελα να την ξυπνήσω. Την απέφυγα με μια περίτεχνη πιρουέτα, κατάλοιπο του μπαλέτου που έκανα μικρός, και μπήκα. Το μαγαζί άδειο, όπως πάντα. Και ο Λευτέρης πίσω από τη μπάρα, όπως πάντα.
Νεύμα με το κεφάλι. Πρώτη γουλιά ουίσκι. Από πάνω το πορτραίτο του Τζάγγερ, σε στυλ Χριστός σε τάξη δημοτικού, να σε κοιτάει επίμονα. Παντού αφίσες των Jefferson Airplane. H μουσική σταματημένη το εβδομήντα πέντε. Η ζωή λίγα χρόνια αργότερα. O Λευτέρης. Πάντα εκεί. Να σε σερβίρει αμίλητος. Χρόνια ατελείωτα. Μετέωρος. Μόνο με τις αναμνήσεις του. Δηλαδή την Όλγα. Την Ολγάρα. Όποιος την είχε γνωρίσει την θυμόταν για πάντα. Γυναίκα, όχι μαλακίες. Περπάταγε και τη χάζευες. Μαγκιά και σεξουαλικότητα σε ένα απίστευτο κράμα.

Ο Λευτέρης περηφανεύοταν που τον είχε επιλέξει. Έτσι το έβλεπε. Ότι τον επέλεξε ανάμεσα στους άντρες. Τα μόνα ευτυχισμένα χρόνια. Από τότε που πέθανε, ο Λευτέρης τέλειωσε. Πηγαινοερχόταν ανάμεσα στο μπαράκι που του ξέμεινε, ίδιο από τότε, και στο σπίτι του στην Ερεσσού, ένα δρόμο πιο κάτω, ίδιο από τότε. Δεν είχε πειράξει τίποτα. Όπως τ’ άφησε αυτή, έλεγε. Καινούριο πικ-απ για να μην βγάλει τον τελευταίο δίσκο που άκουσε, τα καλλύντικά της στο μπάνιο με το μισοτελειωμένο ρουζ ανοιχτό, τα εσώρουχα της στο συρτάρι. Τα εσώρουχά της. Το πιο πολύτιμο κειμήλιο του.

Αν πέρναγε κανείς απ’ το μαγαζί, καλώς. Διαφορετικά μόνος του. Να ακούει τους τραγικούς του ήρωες. Χέντριξ, Τζάνις, Μόρισον, Μπάρρετ, Τζόουνς, που έφυγαν νωρίς. Όπως και η Όλγα. Στα μάτια του δεν έβλεπες ούτε πόνο ούτε απελπισία. Μόνο έναν πάγο που δεν έλεγε να λιώσει εικοσιπέντε χρόνια τώρα.

Κοιτούσα τον Τζάγγερ. Τα βινύλια έπαιζαν Κinks. Μετά το πέμπτο ουίσκι, ο Λευτέρης πήρε το μπουκάλι και έκατσε δίπλα μου. Δεν το θυμάμαι ποτέ πάλι να εγκαταλείπει το πόστο του. Είχα την εντύπωση πως του ήταν αδύνατο να κάτσει από την έξω πλευρά της μπάρας. Πήρε ποτήρι, σέρβιρε πρώτα εμένα και μετά τον εαυτό του.
- Τέτοια μέρα πέθανε. Το ογδονταπέντε. Τη θυμάμαι σαν σήμερα αυτή τη μέρα. Λίγο πριν ξεψυχήσει μου ψιθύρισε στο αυτί ότι δεν ήθελε να πεθάνει. Μου έσφιξε το χέρι. Και έμεινε εκεί. Με ανοιχτά τα μάτια να με κοιτάει και ένα χαμόγελο χαμένης ελπίδας. Ανήμερα στα γενέθλιά της. Έκλεινε τα τριανταέξι. Τα τριανταέξι. Την πήρε μικρή ο καριόλης, γαμώ το μουνί της μάνας του.

Όλα αυτά χωρίς ίχνος συγκίνησης. Σαν να ήταν η ιστορία κάποιου άλλου. Στα ήχεια έπαιζαν κάτι ψαλμωδίες των Floyd.

- Μετά τέλος. Σε άλλη διάσταση. Εικοσιπέντε χρόνια σε άλλη διάσταση. Χάος και σκοτάδι. Παντού. Εικοσιπέντε χρόνια χωρίς ούτε ένα χαμόγελο. Ξέρεις τι είναι να έχεις να γελάσεις εικοσιπέντε χρόνια;

Ήπιε μια γερή γουλιά. Άναψε τσιγάρο, ακόμα Camel, και ξαναγέμισε το ποτήρι.

- Κάθε βράδυ την περιμένω να μπει. Αλλά τίποτα. Αυτή δεν έρχεται. Την έχω αφήσει καιρό μόνη της και μου ‘χει νευριάσει.

Δεν ξαναμίλησε όλο το βράδυ. Απλώς πίναμε κοιτώντας τον καθρέφτη. Καποια στιγμή μετά το τρίτο μπουκάλι ουίσκι έπεσε στη μπάρα, κομμάτια από το αλκοόλ. Μάλλον θα ήθελε να συναντήσει την Όλγα στα όνειρα του. Σηκώθηκα να τους αφήσω μόνους. Έφτασα στην πόρτα τρεκλίζοντας. Έξω πίσσα σκοτάδι. Το απόλυτο μαύρο πριν το ξημέρωμα. Η γάτα κοιμόταν ακόμα στο χαλάκι.

Το πρωί με βρήκε να κοιμάμαι σε ένα παγκάκι στη Βαλτετσίου. Και τον Λευτέρη, ακόμα πάνω στη μπάρα. Αυτή τη φορά με μια σφαίρα στον κρόταφο. Το πικ-απ συνέχιζε να παίζει κάτι ψαλμωδίες των Floyd.

Τρίτη 17 Απριλίου 2007

Ο Επιτάφιος του Μίκη

Τελικά ο Μίκης είναι πολύ μεγάλος!! Ευτυχώς υπάρχει και έτσι διασώζεται ο θαυμαστός νεοελληνικός πολιτισμός. Αν δεν είχαμε και αυτόν τι θα κάναμε; Θα μας είχαν εξαφανίσει οι Τούρκοι, θα μας είχαν αφομοιώσει οι κουτόφραγκοι. Την επόμενη φορά που θα ξαναπώ κάτι για τον Μίκη, θα πλύνω πρώτα το στόμα μου. Μου το έχει συστήσει άλλωστε και ο οδονταγιατρός μου, που είναι και κορυφαίος επιστήμονας με διδακτορικό στην Καλιφόρνια. Μην πέσετε να τον φάτε όμως. Είναι τίμιος Έλληνας παρά τις σπουδές του. Αντιαμερικάνος.

Τι έκανε λοιπόν πάλι ο Σερ Μίκης; Μας διέταξε να μην ξαναπιάσουμε τον Jesus Slave στο στόμα μας αν δεν το χουμε πλύνει πρώτα. Μάλιστα κύριε Λοχία (γιατί δεν είναι ούτε για σαρδέλα παραπάνω). Δεν ξέρω ποιός του έδωσε το δικαίωμα να μας διατάζει και να μας συμβουλεύει με ύφος καρδινάλιου, στρατηγού και γκουρού μαζί, αλλά για να μην λέει κανείς τίποτα, κάποιος θα του το δωσε. Οπότε τι νας κάνω και γω. Τουμπεκί. Σκέφτομαι. Α ρε συ, το βρήκα. Ο ελληνικός λαός είναι που του δωσε αυτό το δικαίωμα. Ο Ελληνισμός, μιας και αποτελεί την προσωποποίησή του. Οκ, τότε ντάξει. Σόρρυ μεγάλε εθνοπατέρα.

Απ’ την άλλη λέω δεν μπορεί. Εγώ μεγάλωσα από οικογένεια, από σχολείο, από ΜΜΕ, από φίλους με το μύθο ότι ο κ. Θεοδωράκης είναι θρύλος. Όχι ολυμπιακός. Απ΄τον άλλο. Legend, if you know what I mean. Δεν μπορεί να λέει τέτοιες μαλακίες. Ρε μπας και είναι κάτι άλλο; Και ξανασκέφτομαι. Και τώρα το βρήκα. Ο Μίκης είναι τεράστιος. Θαραλλέος, ένας άλλος Λεωνίδας, βελγικές πραλίνες. Δεν διστάζει να αυτοαναιρεθεί. Ότι είπε διακατέχεται από μια λεπτή ειρωνεία, που μόνο λίγοι είναι ικανοί να καταλάβουν. Αλλά αυτοί οι λίγοι είναι οι θεματοφύλακες (μπρρ, τι λέξη όμως ε;), των παραδόσεων μας. Αλτρουιστής ο Μίκης, θυσιάζει τον εαυτό του στο βωμό του έθνους, όπως τότε στον εμφύλιο, και στην αντίσταση και στη χούντα, όπως όλοι ξέρουμε πολύ καλά από τα εκατόν εξηνταδύο αφιερώματα που του έχουν γίνει στο μέγαρο, τα εβδομηνταέξι στο Ηρώδειο και τα χιλιάδες άλλα από το Δήμο Νίκαιας ώς το Δήμο Αι Στράτη, που πρόσφατα μάθαμε ότι ανήκει στην Ελλάδα, λόγω της εποικοδομητικής εξωτερικής πολιτικής της Ντόρας.

Το πρόβλημα είναι ότι τώρα που ξανακοιτάω τι είπε δεν μπορώ να διακρίνω ίχνος ειρωνείας. Το ύφος του είναι αυστηρό, δασκαλίστικο, σε στυλ «θα σας βάλω τιμωρία που δεν ασχολείστε με το λαό, δεν διαφυλάσεται τα ήθη και τα έθιμα του, τη μουσική του παράδοση, τα κλαρίνα, το Νταλάρα, τον Πάριο, τη Φαραντούρη που είναι και so so sexy». Όσο και να προσπάθησα δεν βρήκα αυτή την πολυπόθητη ειρωνεία. Τελικά, η αρχική μου αίσθηση ήταν σωστή. Ο Μίκης ήταν, είναι, και θα είναι ένας μεγάλος συνθέτης μεν, κορυφαίος μαλάκας δε. Για το πρώτο σκέλος της άποψης οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν. Μπορεί να μην είναι Χατζιδάκις αλλά σίγουρα το έργο του είναι σπουδαίο. Από κει και πέρα όμως γάμα τα. Ας είναι ότι θέλει, δεν με νοιάζει, δεν ασχολήθηκα ποτέ μαζί του. Αλλά, σε παρακαλώ ρε καραγκιόζη, μείνε με τις αναμνήσεις σου, τα μαυσωλεία σου, δικαίωμα σου, αλλά μην μας τα πρήζεις, και κυρίως μην βγαίνεις σαν εθνοσωτήρας. Σας έχουμε βαρεθεί, και σένα, και τους υπόλοιπους «πατριώτες». Και όπως έγραψε και ο Τσαγκαρουσιάνος στο Lifo, οκ Μίκη θα το πλύνω το στόμα μου. Μήπως να του φιλήσω και το χέρι; Και αν τρακάρω πάνω στο χρυσό του Rolex;

Προσωπικά, δεν με ενόχλησε η δήλωση του Μίκη, γιατί πολύ απλά δεν περίμενα κάτι καλύτερο απ’ αυτόν. Ίσα ίσα, που χαμόγελασα, γιατί έτσι θα είναι πολύ πιο εύκολο για πολλούς να διαλύσουν τις όποιες ψεύτικες εντυπώσεις είχαν κάποιοι για τον κ. Θεοδωράκη. Επιτέλους, ο επιτάφιος του έντεχνου έφτασε. Περιμένω τα πυρά σας προτάσσοντας τα στήθη μου, στη φτωχογειτόνια μου που βρέχει, αλλά μη, σας παρακαλώ, μη λησμονάτε τη χώρα μου. Φιλάκια, Μιρσίνη, εγώ δοξαστική!

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2007

A Walk On The Wild Side

Παρασκευή βράδυ, μπαίνω κατά τις εννιά σπίτι μετά από ένα δωδεκαωράκι δουλειάς. Καλά πήγε και σήμερα, μας ρούφηξαν το αίμα πάλι. Τι είναι αυτά που λέω; Σαν κνίτης το 78 ακούγομαι. Υπόσχομαι στον εαυτό μου πως αν ξαναπώ πρόταση ανάλογου ύφους θα βάλω τον εαυτό μου τιμωρία να ξαναδιαβάσει τους λόγους που οδήγησαν στη διάσπαση του ΚΚΕ. Έτοιμο γεύμα «τορτελίνια αλά κρεμ», φούρνος μικροκυμάτων, σε δέκα λεπτά τρώω φαγητό που η κακούργα η μάνα μου θα έκανε μισή ώρα να ετοιμάσει. Μιλάμε για χάσμα γενεών. Αυτοί οι baby boomers δεν έχουν πια καμία εξικίωση με την τεχνολογία. Ζαπάρω τρώγοντας, έρχεται κι όρεξη. Πέφτω πάνω στον Σάκη. ΣαΜπου και όχι ΣαΡου, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Παίζει σε ένα σίριαλ που λέγονται κάτι κρυάδες, μα τι κρυάδες. Μιλάμε πρώτου επιπέδου. Πώς κατάντησε έτσι ο Σάκης, λέω στην όρεξη δίπλα μου. Εσύ που έχεις πρωταγωνιστήσει σε Σαίξπηρ ως Ρωμαίος, που έχεις ενσαρκώσει έναν θάμνο τελείως πρωτοποριακά, που έχεις κάνει ρεμπέτικη διασκευή του Εθνικού Ύμνου, πώς κατέληξες να παίζεις σε τέτοιες mainstream αηδίες;

Παίρνω την απόφαση σήμερα να αποδώσω φόρο τιμής στην άλλη πλευρά της πόλης, μακριά από γκαζοψυρρήδες και λυκαβητοκολονάκια. Ξέρετε, εκεί χαμηλά, κάτω από την Πατησίων: Βικτώρια, Αχαρνών, Λιοσίων, Αριστοτέλους. Δρόμοι που η πλειοψηφία των ανθρώπων που συναστρέφομαι καθημερινά, δεν ξέρει ούτε που πέφτουν. Άλλος κόσμος. Εκεί που νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε άλλη πόλη. Εκεί που το μπετό μοιάζει πιο γκρι και τα σπίτια βλέπουν ήλιο μια δυο ώρες την ημέρα. Κάποτε ερχόμουν πιο συχνά εδώ. Είχα κάτι φίλους. Έχω χρόνια να τους μιλήσω. Ο ένας ταξιτζής, ο άλλος γκαρσόνι, ο τρίτος αλκοόλας, τον πέτυχα σε ένα καφενείο της Αγίου Μελετίου μέρα μεσημέρι σουρωμένο με κάτι γερόντια. Τον είδα και απλώς συνέχισα. Τι να του πω εγώ ο μηχανικός, ο consultant, o μαρκετίστας, ο broker; Α ρε Λιάκο, πέθανες στα εικοσιοχτώ.

Κατηφορίζουμε με τον Κ τη Χέυδεν μέσα στο ψιλόβροχο. Βλέπουμε κόσμο έξω από ένα μπαράκι. Μπάχαλοι, χασίκλες, οικογενειάρχες, εξηντάρηδες ροκεντρολλάδες. Γυναίκες πιο γήινες, δεν ξέρω πιο αληθινές ή όχι, αυτά τα κλισέ μου ακούγονται κάπως. Αλλά σίγουρα όχι οι space γκόμενες που ήταν δίπλα μου το βράδυ της Πέμπτης σε ένα hype bar της ανατολικής πλευράς.

Κατεβαίνουμε τα σκαλιά του υπογείου. Ντουμάνια ο καπνός. Στην σκηνή ένα γνωστό δίδυμο διαλογίζεται:
- Μήτσο, έχω δυο καλά κομμάτια
- Να τα πιούμε;
- Όχι ρε μαλάκα, να τα πούμε

Χειροκρότημα. Hey Joe, where you goin’ with that gun in your hand? Καμμένοι (;) στα εξήντα από επιλογή. Το ροκ σαν επανάσταση και όχι σαν δυο ακόρντα. Μιλάμε για αρχίδια, όχι μαλακίες. Σε άλλους προκαλούν θλίψη, σε άλλους ένοχη ζήλεια για κάτι που δεν θα μπορούσαν να γίνουν ποτέ. Κάτι άλλο. Μακριά από αστικές συνήθειες. Αντισυμβατικότητα αληθινή. Καλύτεροι ή χειρότεροι, δεν έχει σημασία.

Μετά από κανά δύωρο βγαίνουμε έξω.
- Είμαστε για τίποτα; Σάββατο αύριο.
- Μπα, γάμα το. Έχω να πάω στο γραφείο κατά τις δέκα.

Θάνατος!!! που λέει και ένας παλιόφιλος.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2007

Η Αξία των Συμβόλων

Την Κυριακή ένας φίλος, με αφορμή τα μπάχαλα της Πέμπτης (όποιος τυχερός βρέθηκε Πέμπτη απόγευμα στο μετρό στο Σύνταγμα έγινε μάρτυρας ενός φανταστικού θεάματος. Βολεμένοι μικροαστοί ανέπνεαν για πρώτη φορά στη ζωή τους δακρυγόνα που είχαν μπει από τους αεραγωγούς. Τρέλα!), μου έλεγε κάτι περίεργα για τον Άγνωστο Στρατιώτη, τις μολότωφ και τα λοιπά. Προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν λέξεις του στυλ σύμβολο, συμβολισμός, συλλογικές μνήμες, παρελάσεις, έθνη και οι λοιπές επινοήσεις διάφορων κομπλεξικών ντεκαβλέ τύπων. Άλλωστε τα δύο πράγματα που έχουν ανάγει τα σύμβολα σε ουσία, είναι και εκείνα που απεχθάνομαι περισσότερο, όπως κάθε λογικός μαλάκας σαν και μένα. Σε εκκλησία πήγα μετά από χρόνια πριν κανά μήνα, όταν παντρεύτηκε ένας φίλος. Όσο για το στρατό, τον ξέχασα τη μέρα που απολύθηκα. Anyway, επειδή έχω κάτι φίλους που τώρα τελευταία μου την έχουν δει και πολύ πατριδολάγνοι, είπα να γράψω τίποτα απευθυνόμενους όχι σ’ αυτούς αλλά σε όλους του εραστές των συνόρων (λίγο προβοκατόρικο ύφος για να μην ξεχνιόμαστε).

Ποιά είναι λοιπόν η σημασία των συμβόλων; Η απάντηση είναι δυστυχώς για σας φίλοι μου, μονολεκτική. ΚΑΜΙΑ. Όσοι σκοτώθηκαν για την πατρίδα τους το έκαναν μόνο γιατί την αγαπούσαν. Για τίποτα άλλο. Δεν τους ένοιαζε αν σε πενήντα χρόνια θα γιόρταζε ο Χριστόδουλος και οι γλοιώδεις πολιτικοί το «έπος του σαράντα». Αν είχαν επιλογή, σίγουρα θα προτιμούσαν πλήρη έλλειψη δοξασιών, βλέπε υποκρισίας. Ο άγνωστος στρατιώτης, ήταν άγνωστος, σκοτώθηκε άγνωστος και θα ήθελε να παραμείνει άγνωστος. Αν ήθελε να τον τιμούν θα γινόταν στρατηγός, πολιτικός, αρχιεπίσκοπος. Το γεγονός ότι αν σήμερα γινόταν πόλεμος, εγώ θα έτρεχα να πάω στην Ελβετία και εσύ θα «έπεφτες υπέρ πατρίδος», εξαρτάται από εσένα, εμένα και μόνο από μας. Δε πα να μάθαινα επί δώδεκα χρόνια για τα έπη των Ελλήνων, εγώ θα προτιμούσα να πίνω κόκτειλς σε κανά σαλέ στις Άλπεις. Εσύ πάλι θα προτιμούσες να είσαι με το τουφέκι και να υπερασπίζεσαι τα σύνορα. Οκ, δεκτό. Ο Ρώσος ογδόντα χρόνια δεν μπορούσε να πάει στην εκκλησία, του απαγόρευαν να πιστεύει στο Θεό, στο Βούδα, στο Θρύλο, αλλά αυτός εκεί, με τα καντήλια και τα κομποσκοίνια στα κρυφά. Τι θέλω να πω; Θέλω να πω ότι δεν υπάρχει συλλογική ιστορία, συλλογικός πατριωτισμός, εθνικισμός και τα ισμός γενικά. Ή τουλάχιστον δεν επιβάλλεται.

Άρα τι θα πει έκαψαν το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη ή τη σημαία. Να κι αν το καψαν να κι αν δεν το καψαν. Όσοι τιμούν τον άγνωστο (είτε τον γνωστό είτε τον στρατιώτη), τον τιμούν με μνημείο και χωρίς. Όσοι αγαπούν την πατρίδα τους, την αγαπούν έτσι. Τελεία. Χωρίς σύμβολα, χωρίς νοήματα, χωρίς συμπληρώματα. Σκέτα. Ποιός από αυτούς που τιμούσαν την ιστορία θα πάψει μετά από τα μπάχαλα να την τιμά, ή ποιός που την γράφει στ’ αρχίδια του, θα σταματήσει να τη γράφει;

Αν και το χάωσα, αυτό που καταλήγοντας θέλω να πω είναι ότι τα σύμβολα είναι μια επιβολή σεβασμού. Δηλαδή, μια προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας. Δηλαδή τραμπουκισμός. Δηλαδή άντε γαμηθείτε. Μαλάκες πολιτικοί που γλείφουν τους πάντες για μία ψήφο, πατριδοκάπηλοι που τα παίρνουν από παντού και κοιτάνε μπας και βγάλουν κανά μαύρο χρήμα, διεθνιστές που δεν έχουν πάει όυτε μέχρι το Κιάτο, αναρχικοί της πούτσας που μετά τις πορείες και τις μολότωφ γυρνάνε σπίτι να φάνε μακαρόνια με κυμά και σουτζουκάκια από τη μαμά τους, παπάδες που γαμάνε αγοράκια και γαμιούνται μεταξύ τους, οπαδοί που η ζωή τους είναι ο γαύρος και ο βάζελος και το ντέρμπι της Κυριακής, ιδεολογίες του χρήματος και του φαιοκόκκινου φασισμού.

Φεύγω. Πάω να αγκαλιάσω την Χ., να πιω κανά ουισκάκι με τους φίλους μου, να ακούσω το Mezzanine των Massive Attack, να διαβάσω τον Καθένα του Philip Roth, να δω τις «Ζωές των Άλλων». Κάντε ρε πιο κει. Μου χαλάτε την αισθητική.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2007

Memories from an island

Ξύπνησα με αρρωστημένο πονοκέφαλο. Χίλια σφυριά μαζί σε παρέλαση αλλά Wall. Anybody here remember Vera Lynn? Εδώ δε θυμάμαι τι έγινε χτες το βράδυ, θα θυμάμαι τη Βέρα; Είμαι γυμνός και ανίκανος να κουνηθώ. Απλώς ανοιγοκλείνω τα μάτια. Πάλι καλά. Μετά από κανά μισάωρο καταφέρνω να κάνω το σώμα μου να με υπακούσει. Σηκώνομαι. Στο πάτωμα δίπλα μου, ο Γ. Μπρούμητα.

Ο ξεραμένος εμετός στο πουκάμισό του φανερώνει τη χθεσινοβραδυνή κατάληξη. Ζέστη. Ιδρώτας. Πολύς. Μέσα Ιουλίου. Σηκώνομαι. Τα πόδια μου δεν με κρατάνε. Πέφτω. Καταφέρνω να ξανασηκωθώ. Η απόσταση μέχρι το μπάνιο μου φαίνεται μαραθώνιος. Κατευθύνομαι μπουσουλώντας. Όταν φτάνω νομίζω ότι έχουν περάσει ώρες. Πάνω στο τιρκουάζ χαλάκι, που έχει πάψει να είναι τιρκουάζ, η Τ. γυμνή, αναίσθητη, μέσα σε μια λίμνη από αίμα. Δεν αντιδρώ. Δεν σκέφτομαι καν. Είμαι σίγουρος ότι πέθανε. Δεν αναρωτιέμαι γιατί. Γιατί έτσι. Το στήθος της, μικρό, κοριτσίστικο, ανεβοκατεβαίνει ακόμα. Αντιστέκεται. Ως πότε; Τι σημασία έχει; Καμία.

Το κρύο νερό με φέρνει στην πραγματικότητα. Όσο γίνεται δηλαδή. Κοιτάω τον καθρέφτη. Δείχνω τουλάχιστον σαράντα. Ρυτίδες. Πολλές. Σακούλες κάτω από τα μάτια. Μαύρες. Παρακάμπτω με μια χορευτική πιρουέτα την Τ. που ακόμα αναπαύεται στα αγονιμοποίητα ωάρια της. Βγαίνω έξω. Πρέπει να ‘ναι μεσημέρι. Ο ήλιος καίει. Τυφλώνομαι. Σιγά σιγά τα μάτια μου συνηθίζουν. Μπροστά μου το Αιγαίο δεν έχει αλλάξει. Βαθύ μπλε. Ελαφρύ αεράκι. Ανακουφίζομαι. Πέρασαν είκοσι μέρες από τη μέρα που ήρθαμε. Ζήτημα αν έχουμε βγει πάνω από δύο. Σπίτι. Μεταξύ μας. Με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε κάτι διαφορετικό. Λάθος, όχι ψευδαίσθηση, αγωνία. Μια ζωή. Σύνδρομα ανωτερότητας του πούτσου.

Ακούω τη μουσική να αλλάζει. Ηλεκτρικό τάγκο. Γυρίζω προς την πόρτα. Η Μ. έχει ήδη βγει έξω κρατώντας δύο καφέδες. Φοράει μόνο ένα λευκό λινό πουκάμισο. Δικό μου. Ο αέρας κυματίζει το λεπτό ύφασμα. Παρατηρώ το μουνί της. Ξυρισμένο τελείως, με μια πάρα πολύ λεπτή, κατακόρυφη, αχνή γραμμή. Φανταστικό. Μου δίνει τον έναν καφέ. Ένα φιλί στο μάγουλο. Διαφορετικό. Όχι ερωτικό.

- Φοβήθηκα χτες. Δεν μπορείς να φανταστείς, πόσο χαίρομαι που ξημέρωσε.
Ανάβει τσιγάρο και μου το βάζει στο στόμα.

- Υποσχέσου μου ότι δεν θα ξαναγίνει.

Κοιτάω το γαλάζιο της θάλασσας. Ο καφές με ξυπνάει τελείως. Νιώθω την καφεΐνη να διαχέεται στο αίμα. Χαμογελάω.

- Στο υπόσχομαι.

Είναι ωραίο το Αιγαίο. Το επόμενο πρωινό η Μ. δεν θα ήταν εκεί για να διαπιστώσει ότι δεν κράτησα την υπόσχεσή μου. Οι γιατροί είπαν καρδιά. Δεν ξαναπήγα ποτέ στο νησί.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2007

Όχι άλλο Ντοστογιέφσκι!

Ορμούμενος από μια συζήτηση που είχα το σαββατοκύριακο (αν δεν καταλαβαίνετε το εξεζητημένο λεξιλόγιο που χρησιμοποιώ στα υψίστης αμοραλιστικής ασημαντότητας και συνάμα σκοπτικής εξπρεσιονιστικής αυτοέκφρασης κείμενά μου, σας παρακαλώ μην διστάζετε να με λοιδωρήσετε με τους πλέον κατάπτυστους προμαγιακοφσκικούς χαρακτηρισμούς), θέλω επιτέλους να διατυπώσω μια φουλ (του άσου με ντάμες) εμπεριστατομένη άποψη για τη λογοτεχνία και το βιβλίο γενικώς.

Κάποιοι μαλάκες από τους μαλάκες που κάνω παρέα, και αυτό που θα περιγράψω δεν περιορίζεται στο στενό μου κύκλο που ζήτημα είναι αν έχει δύο (2) μέτρα διάμετρο, νομίζουν πως ότι είναι κλασικό είναι ταυτόχρονα και αξιόλογο. Αυτό φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στο βιβλίο αλλά καρατομεί οριζόντια όλες τις μορφές τέχνης. Και ενώ έχουν τη διαθέση να διαβάσουν γενικώς, αυτοπεριορίζονται διαβάζοντας όλες τις αναχρονιστικές κλασικούρες, με την πρόφαση ότι έχουν υποχρέωση να διαβάσουν τους κλασικούς για να φτάσουν στους σύγχρονους. Συγγνώμη αλλά δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη μαλακία στη ζωή μου (ίσως είμαι λίγο υπερβολικός γιατί πραγματικά τα τελευταία χρόνια ακούω, αλλά και λέω, μόνο μεγάλες μαλακίες). Κάθονται λοιπόν και χάνουν το χρόνο τους, που όλο και λιγοστεύει, προσπαθώντας να διαβάσουν Τζόυς ή Παπαδιαμάντη.
Αν είναι δυνατόν, Τζόυς το 2007! Τζόυς, που τις πίπες που γράφει στην Οδύσσεια δεν μπορούσε να τις καταλάβει ούτε ο ίδιος, κάθονται οι δικοί μου και διαβάζουν πέντε φορές την κάθε παράγραφο, μπας και βγάλουν καμιά άκρη. Μόνο ο Αγγελόπουλος συνεχίζει να διαβάζει Τζόυς (δήλωση με στόμφο στην Καθημερινή της Κυριακής. Α ρε Ζερβός που σας χρειάζεται!), γι’ αυτό αξακολουθεί να κάνει τις ταινίες που κάνει. «Ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι γνωστός μέσα από το μύθο του». Μπλιάχ.
Κάθεται ο άλλος να διαβάσει Σαρτρ, γιατί λέει ήταν ο τοπ υπαρξιστής και πρέπει να τον έχουμε διαβάσει. Σοβαρά; Και εγώ λέω ότι ο Σαρτρ ήταν ένας χοντρομαλάκας του κερατά, ψεύτης, στρατευμένος του χειρίστου είδους, που προσπαθούσε να πείσει με κάθε τρόπο ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν η γη της επαγγελίας. Άντρας που θεωρούσε γυναίκα της ζωής του τη Μποβουάρ, την πλέον άσχημη, ντεκαβλέ γκόμενα που γεννήθηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας (μαζί ίσως με τη Θάτσερ). Τι looser!
Έχει φτάσει κοτζάμ 30 χρονών μαντράχαλος και συνεχίζει να διαβάζει Βενέζη. Πού πας ρε κακομοίρη; Βενέζη; Νούμερο 31369856746521385 κλπ; Νούμερο, ε νούμερο. Φτάνει με τη μικρασιατική, το 22, την Πόλη και ... Συγγνώμη με πήραν τα κλάματα για τις αλησμόνητες πατρίδες. Επιτέλους τέλος! Στοπ! Ποτέ πάλι Τερζάκης, Μυριβήλης και λοιποί σε ανθρώπους κάτω των 40. Μόνο στη γιαγιά μου την κυρ’ Αφροδίτη. Αυτή πάει στο διάλο.
Είναι ο άλλος, τον ξέρω είκοσι χρόνια, από μωρά μαζί, και μου λέει Αντώνη να διαβάσεις Ντοστογιέβσκι. Άσε ρε που θα διαβάσω Ντασταγιέφσκι. Άκου Ντοστογιέφσκι. Σιγά μη διαβάσω και Πλάτωνα. Το τώρα με νοιάζει. Το τώρα και το αύριο. Δεν μου καίγεται καρφί για τη λογοτεχνία πριν από 150 χρόνια. Καλά ντάξει. Σας ακούω ήδη να κράζετε. Ογκόλιθοι, τι είναι αυτά που λες, τους έχει δικαιώσει ιστορία. Έχετε δίκιο, έχω αρχίσει και φοβάμαι. Αμφισβητώ τα ιερά ε; Μππρρρρ. Συγγνώμη. Μετανοώ! Συγχωρέστε με, σας παρακαλώ, δεν θα το ξανακάνω.
Αντί να διαβάζετε καμιά Σώτη, κανά Ροθ, κανά Τατσόπουλο, κανά Σταμάτη, κανά Χωμέν και τόσους άλλους συγγραφείς (είναι πάρα πολλοί οι καλοί σύγχρονοι συγγραφείς), να δείτε τη θα πει η χαρά της απλότητας, την αμεσότητα της σύγχρονης αφήγησης, να καταλάβετε την εποχή σας, την εποχή που ζείτε και θα ζείτε για όσο ακόμα, να δείτε λίγο το σήμερα, κάθεστε και αναλώνεστε με ασήμαντα μαυσωλεία. Τι να πώ; Μάλλον τίποτα.
Γυρίστε το κεφάλι εκατονογδόντα μοίρες (αλλά εξορκιστής) και κοιτάχτε μπροστά. Αν συνεχίσετε να κοιτάτε πίσω, τότε γάμα τα. Δεν πάμε πουθενά. Σίγουρα ο Χριστόδουλος θα διαβάζει παρόμοια βιβλία με σας. Το μόνο που σας προσφέρουν είναι να σας κρατάνε δέσμιους παρωχυμένων αντιλήψεων. Βρωμάτε μούχλα ρε!!!

Υποσημείωση Antoine 1: Στο παραπάνω κείμενο οποιαδήποτε αναφορά σε πρόσωπα έμμεσα ή άμεσα είναι τυχαία (χα χα, καλό ε;). Επίσης, συστήνω το παραπάνω κείμενο να το λάβει υπόψη του ο καθένας. Οι φωτογραφιζόμενοι σε αυτό ήταν απλώς η αφορμή για έναν ευρύτερο προβληματισμό. Η προβοκατόρικη μορφή του κειμένου είναι γνωστή μου τακτική, και σκοπό έχει την αφύπνιση γενικώς. Ενστερνίζομαι την λογική Νταλί, κατά την οποία το μόνο πράγμα που δεν έχει όριο είναι η υπερβολή. Καλώ λοιπόν τα πλήθη. Σπάστε τα δεσμά που σας κρατούν δέσμιους του παρελθόντος!

Υποσημείωση Antoine 2: Η κριτική μου θα συνεχιστεί και σε άλλους χώρους, βλ. μουσική, σινεμά, θέατρο κλπ. Ας είστε λοιπόν προετοιμασμένοι.




Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2007

Αναπόληση Vol.2

6 Φεβρουαρίου σήμερα. Σημαδιακή ημερομηνία. Για όσους ανιστόρητους τυχαίνει να διαβάζουν αυτό το κείμενο, θα αναφέρω πως σαν σήμερα πριν από πεντακόσια ογδονταδύο (582) χρόνια, ήρθε για πρώτη φορά περίοδος στην Ιωάννα της Λωραίνης, γνωστότερη και ως Joan of Arc ή Jeanne d'Arc. Γεννημένη από μπουρζουάδες γονείς στο χωριό Domremy της επαρχιακής Γαλλίας, κατάλαβε από μικρή το αδιέξοδο της ταξικής πάλης και οδηγήθηκε μοιραία στην πυρά και στους στίχους του Morrissey. Φανατική αναγνώστρια ΒΙ.ΠΕΡ και του κυριακάτικου Βήματος, αποτέλεσε αδιαμφισβήτητη πηγή έμπνευσης του Μπωντλαίρ, του Μολιέρου, του Ανδρέα Παπανδρέου, του Κου και του Βασίλη Καραπιάλη – Βασίλη, Βασίλη, γάμα το τριφύλλι.

Όταν την γνώρισα σε ένα σατό της ορεινής Αλσατίας μου είχε προξενήσει μεγάλη η εντύπωση η απλότητά της. Δεν είχε έβγαζε κανένα σταριλίκι, παρόλο που οι παπαράτσι την κυνηγούσαν παντού, ειδικά μετά την τελευταία της ταινία, όπου έπαιζε την ηρωίδα ενός video game με ζόμπι. Η φράση που μου είπε τότε, με στιγμάτησε όσο λίγα πράγματα και την θυμάμαι ως σήμερα.
«Antouane, μου είπε, ένα πράγμα να ξέρεις στη ζωή σου. Οι τηγανητές μελιτζάνες δεν πηγαίνουν ποτέ με καμαμπέρ».
Αλλά για αλλού ξεκίνησα. Νομίζω προς Κολονάκι. Κάπου στο κέντρο τέλος πάντων. Πρέπει να πάρω GPS. Η μνήμη μου έχει πια εξασθενίσει. Τριαντοχτώ και οχτώ (38.8), τριανταεννιά και εννιά (39.9), σαν γυάλινο λουλούδι που σπάει από έρωτα. Α ρε Κωνσταντίνα, χάθηκες. Ταλεντάρα μου. Φεύγω, πάω να ακούσω ελληνική ποπ του χίλια εννιακόσια ογδονταεννιά (1989). Εννενηντάρα κασέτα, με μασέλα και πάρκινσον – λογικό σε τέτοια ηλικία – με όλες τις χρυσές, επίχρισες και ψευδαργυρένιες επιτυχίες του τότε. Πότε; Ναι, ναι. Τότε. Σκισμένο τζιν, μπότες, καπέλα, ζώνες, γάντια, παπούτσια, πώς του παν καλέ τα τζιν, τόνικ, τόνος Ριο Μάρε, Ριο ντε Τζανέιρο, Ριο Αντίρριο, Μεσολλόγγι, Πλατολόγγι, πλατάνος, γέρος, Μοριάς, α ρε πατρίδα, η Ελλάδα όπου βρεθώ με πληγώνει, για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη ρε γαμώτο. Κλαψ. Συγκινήθηκα πάλι. Καλημέρα.

Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2007

Memories from a lady

Την πρατηρούσα ώρα. Στεκόμουν στο απέναντι πεζοδρόμιο, ακουμπισμένος στα κάγκελα της όχθης. Καθόταν σταυροπόδι στο τραπεζάκι, στο παράθυρο.

Προφίλ. Η μύτη της ίσια. Ούτε μικρή, ούτε μεγάλη. Αριστοκρατική. Το πορτοκαλί που παίρνει ο ήλιος πριν βουτήξει στη δύση έπεφτε στο πρόσωπό της. Διάβαζε ένα βιβλίο. Δεν μπόρεσα να δω τον τίτλο. Καλύτερα. Ακόμα και σήμερα μπορώ να φαντάζομαι ότι θέλω. Κάπνιζε. Πολύ. Κανονικά τσιγάρα. Όχι σλιμ, όχι με λευκό φίλτρο. Σαν και αυτά που κάναμε στα κλεφτά στις τουαλέτες του σχολείου, αναζητώντας απεγνωσμένα τρόπους να καταξιωθούμε σαν άντρες. Ποτέ δεν το καταφέραμε. Το δέρμα της έλαμπε. Απόλυτα στιλπνό. Κοριτσίστικο. Και ας ήταν γύρω στα τριάντα. Αυτό το δέρμα της..
Δεν άντεξα άλλο το φυσικό εμπόδιο του τζαμιού. Μπήκα μέσα και έκατσα στο διπλανό τραπεζάκι. Περνώντας δίπλα της με πλημμύρισε το άρωμά της. Είναι αυτό που ακόμα θυμάμαι πιο έντονα. Μπροστά της βρισκόταν ένα μισογεμάτο φλιτζάνι τσάι. Άχνιζε ακόμα. Δεν σήκωσε ούτε το βλέμμα. Έκανα ότι διάβαζα κάποια εφημερίδα. Δεν μπορούσα να την κοιτάω απροκάλυπτα. Έπρεπε να προφασιστώ έναν λόγο που έκατσα στο συγκεκριμένο τραπεζάκι, εκτός από τον προφανή. Βλέπεις κοινωνικοί κανόνες. Πάντα τους ακολουθούσα. Αντιδραστικός μέσα στα προβλεπόμενα όρια. Το κομμάτι του προσώπου της που ήταν στη σκιά, γινόταν ακόμαν πιο ασαφές ανάμεσα στον καπνό. Ανέκφραστη. Καμία παραμόρφωση.
Αναπόλησα τα χρόνια που της Γάνδης. Η Γάνδη του μεσοπολέμου ήταν ένα παραμύθι. Σαν πίνακας του Σαγκάλ. Η Γάνδη των περιφερόμενων ζωγράφων, των ποιητών, των αριστοκρατικών γυναικών. Η Γάνδη της Ιζαμπέλ. Η Γάνδη της νεότητάς μου.
Όσο ήμουν χαμένος στις μνήμες μου, την είδα να σηκώνεται. Και τότε με κοίταξε. Εκεί είδα τα μάτια. Πράσινα. Σκούρα. Μου χαμογέλασε ανεπαίσθητα. Πήρε τη τσάντα της, σηκώθηκε και κινήθηκε προς την πόρτα. Τι περπάτημα! Το μάτι μου την ακολούθησε, μέχρι που χάθηκε απ’ το οπτικό μου πεδίο. Δεν την ξαναείδα ποτέ.

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2007

Δάσκαλος vs Φύση

Ας με συγχωρήσουν οι αναγνώστες για τη μικρή αποχή μου από το blog αλλά ως σούπερ δημιουργικός – (παύλα) παραγωγικός νέος που είμαι, έλειπα σε ταξίδι για δουλειές, και ας μην είμαι μπαμπάς. Είχα πάει στη βορειοανατολική ζούγκλα της Βόρνεο για ένα πρότζεκτ που έχω αναλάβει πάνω στη διάσωση της σιέλ σαρανταποδαρούσας

Το μέρος είναι πραγματικά μαγικό. Τέλεια τοπία, γαλήνη, ο άνθρωπος γίνεται ένα με τη φύση. Εδώ είμαστε σκέφτηκα. Θα ηρεμήσω, θα σκεφτώ, θα κάνω μια (και δυο και τρεις μη σου πω) εσωτερικές αναζητήσεις (τέλειες αυτές οι κλισέ εκφράσεις), και γενικότερα θα ξεφύγω απ’ όλους και απ’ όλα. Τα πάντα ήταν γαλήνια. Περπατούσα στις όχθες του ποταμού, του οποίου το όνομα μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή, τα πουλάκια τιτίβιζαν, τα νεράκια κελάρυζαν, τα φυλλαράκια θρόιζαν. Ξαφνικά, και ενώ τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ταράξει αυτή την τόσο αρμονική ατμόσφαιρα, είδα κάτω από ένα πελώριο μπαμπού (τραπεζάκι), αραγμένο ένα έλκηθρο με δύο τάρανδους. Με έζωσαν οι σιέλ σαρανταποδαρούσες. Αφού βούτηξα στο ποτάμι για να τις διώξω (είναι υδρόφοβες, για περισσότερες πληροφορίες κοιτάξτε στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Α4 ή Α3 - Λαρούς), κινήθηκα προς το έλκηθρο. Κάτι μέσα μου με έκανε να πιστεύω πως δεν ήμουν μόνος μου. «Ακόμα και εδώ με κυνηγάνε τα κουρέλια;» αναρωτήθηκα, παρακαλώντας να διαψευσθώ και το εν λόγω έλκηθρο να είναι κάποιου άλλου. Αλλά πότε είχα τύχη για να έχω αυτή τη φορά; Στεκόμουν κανά δυο μέτρα μακριά από ένα θάμνο, όταν άκουσα να έρχεται από πίσω του θόρυβος. Με πολύ προσεκτικές κινήσεις, παραμέρισα τα φύλλα και αυτό που αντίκρισα ήταν χειρότερο και από τους χειρότερους εφιάλτες μου. Ο Ζούγας γυμνός, ξαπλωμένος πάνω στις λάσπες και από πάνω του μια γιγάντια χελώνα χωρίς το καβούκι της (το είχε αφήσει σπίτι της για πλύσιμο), να χαριεντίζονται. «Και εδώ με κυνηγάς ρε πούστη;» του απευθύνθηκα, σε αρκετά έντονο ύφος νομίζω. «Άσε ρε μαλάκα, είχα πήξει στη δουλειά όλη τη βδομάδα και είπα να κάνω ένα διάλειμμα» μου εξήγησε, δικαιολογούμενος ταυτόχρονα και στη χελώνα, η οποία φάνηκε ιδιαίτερα ενοχλημένη απ’ την αναπάντεχη διακοπή. «Οκ, ρε φίλε, σόρρυ, είμαι και εγώ πιεσμένος τον τελευταίο καιρό. Άντε τα λέμε». Έφυγα χωρίς να γυρίσω ούτε καν να κοιτάξω. Αυτό το έχω μάθει από την Πολίτικη Κουζίνα, που ο Χωραφάς μας έδωσε τη συμβουλή να μην κοιτάμε ποτέ πίσω, και εγώ να ξέρετε ότι πιστεύω στον ποιοτικό νέο ελληνικό κινηματογράφο. Παρόλο που ο Ζούγας, για όσους δεν γνωρίζουν το παρουσιαστικό του, είναι πολύ πιο ωραίος από εκείνη την κρυόκωλη Τουρκάλα (Καλιμά, Ναζίμ Χικμέτ, Αϊσέ, Αϊμάρ κάπως έτσι τέλος πάντων), άκουσα τη συμβουλή. Δεν ξέρω τι απέγινε ούτε ο Ζούγας, ούτε η χελώνα. Πετώντας πάνω από τις Κορδιλιέρες Άλπεις, κάπου πάνω από το ενεσοπέδιο του Θιβέτ, στριφογύριζε συνέχεια στο μυαλό μου η εικόνα του Ζούγα με τη χελώνα. Νόμιζα ότι τα κουρέλια είχαν οικολογική συνείδηση. Δεν δέχομαι ο φίλος μου να ασελγεί πάνω στο γυμνό κορμί ενός υπό εξαφάνιση ερπετού. Είχα προβληματιστεί τόσο πολύ που ήξερα πως μόνο η πολύ ψηλή κουλτούρα μπορούσε να με ηρεμήσει. Ο ταρίφας στο Ελευθέριος Βενιζέλος, που είναι ψιλοδυσαρεστημένο αυτό τον καιρό, μιας και δεν το έκαναν ομοίωμα στο Τισσώ, ήξερε. «Κουρελόσπιτο ε;». «Όπως είσαι» ανταπάντησα. Σε ένα τεταρτάκι έβαζα το κλειδί στην πόρτα. Τα κουρέλια ήταν ήδη εκεί. Και ο δάσκαλος επίσης. «Ψηλή κουλτούρα σου έρχομαι». Ήμουν σίγουρος ότι η έβδομη τέχνη θα με ηρεμούσε. Άραξα στον καναπέ. Το κουβερτάκι με χάιδεψε γλυκά. Οι «Τηλεκανίβαλοι» ξεκίνησαν. Δάσκαλος vs Βόρνεο: Στάνταρ άσσος.

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2007

Αναπόληση Vol.1

Προχτές το βράδυ, μέρα Κυριακή και ώρα έντεκα παρά εικοσιδύο πρώτα λεπτά μετά μεσημβρίας, δηλαδή μετά το μεσημέρι που ορίζεται στις δώδεκα, που κάποτε, κάτι ωραία χρόνια, το θεωρούσαμε πρωί, έβαλα ένα παραγεμισμένο ουισκάκι και είπα να κάτσω να γράψω καμιά σελίδα σε αυτό το πράγμα που γράφω και θέλω να το ονομάζω μεταμοντέρνα απόπειρα συγγραφής οδοιπορικής νουβέλας. Επειδή όμως και η μαλακία έχει και τα όρια της, η κενότητα που με πλημμυρίζει τον τελευταίο καιρό βρήκε επιτέλους διέξοδο, καθόμουν για κανά μισάωρο σα μαλάκας και κοίταζα τον κέρσορα να αναβοσβήνει. Όταν λοιπόν και αυτός βαρέθηκε, και με έβρισε αρνούμενος πλέον να υποταχτεί σε αυτή την παραζάλη στην οποία τον είχα επιβάλει να λειτουργεί, αποφάσισα να κάνω μια επικίνδυνη βουτιά στα άδυτα του παρελθόντος, χαζεύοντας καμιά φωτογραφία των ανέμελων χρόνων της νιότης, που όλα ήταν τόσο ωραία και δεν υπήρχε η αλλοτροίωση που έχει καταλάβει τον σημερινό σύγχρονο άνθρωπο. Άλλωστε το πνεύμα των Χριστουγέννων, της αγάπης, της ευτυχίας και της Ελένης, ενδείκνυται για τέτοιες ρετροσπεκτίβες. Οι θρύλοι τελικά δεν χτίζονται τυχαία, αλλά θέλει δουλειά πολύ, όπως και οι ζωντανοί να πίνουν το αίμα τους.
Βρήκα λοιπόν μια φωτογραφία ανήμερα παραμονής Πρωτοχρονιάς του 1993. Στην φωτογραφία ήταν ο Κατσαρίδας με μπαταρισμένη μύτη λόγω του κατάγματος που είχε προηγηθεί. Γέλασα σκεφτόμενος τα παιχνίδια που παίζει η μοίρα (ναι, είμαι γνωστός μοιρολάτρης αλλά και εικονολάτρης και μονμάρτης).

Θυμάμαι έκανε κρύο... Είχα πάει μαζί με κάποια από τα κουρέλια στη Μπρατισλάβα, η οποία αποτελούσε τότε μια νεογέννητη νεοκαπιταλιστική πόλη που προσπαθούσε αγωνιωδώς να απενεχοποιηθεί από το κατάπτυστο κομμουνιστικό παρελθόν της. Στα πλαίσια αυτής της απενοχοποίησης, ο καινούριος δήμαρχος, του οποίου το όνομα μου διαφεύγει (ρε μαλάκες αν το θυμάστε γράφτε το για να μην δημιουργούνται κενά στους αναγνώστες), είχε προσκαλέσει με αφορμή το νέο σωτήριο έτος 1993 διάσημους ποπ αστέρες straight from the fantastic United Kingdom. Ανάμεσα σε αυτούς τους ογκόλιθους της μουσικής περιλαμβάνονταν τα δύο τεράστια συγκροτήματα που λάτρευα και συνεχίζω να λατρεύω και που αποτελούσαν τον αιώνιο λόγο διένεξής μας, διένεξης που πολλές φορές κατέληγε στο ΚΑΤ γιατί είμαστε και λίγο οξύθυμοι. Μιλάω βέβαια για τους Take That και τους Ace of Base. Όταν μάθαμε αυτά τα φοβερά! νέα, σπεύσαμε να βγάλουμε εισητήριο (μόνο πήγαινε, ολόκληρη στάση ζωής το μόνο πήγαινε, άλλη συζήτηση) και έτσι στις 30 Δεκεμβρίου, μας καλώς όριζε η Σλοβακία, σκέτο (λίγους μήνες πριν είχε απομονώσει το Τσέχο). Τα γεγονότα που μεσολάβησαν μεταξύ της προσγείωσης του Boeing 737 μέχρι την πολυαναμενόμενη συναυλία την επόμενη το βράδυ είναι ασαφή λόγω μιας χαλαρής κατάστασης στην οποία βρισκόμασταν. Κάποια στιγμή τα κουρέλια έχουμε σκοπό να καταγράψουμε εγγράφως τις αποσπασματικές μνήμες του καθένα, έτσι ώστε να μην χαθεί ποτέ αυτό το σπάνιο αρχειακό υλικό, που σίγουρα κάποια στιγμή θα αποτελέσει παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Όταν βγήκαν στη σκηνή οι πέντε όμορφοι βρετανοί, ήμασταν κολλημένοι στα κάγκελα μπροστά από τη σκηνή μαζί με άπειρες γκόμενες που ούρλιαζαν μαζί μας. Τη στιγμή δε που οι Ace of Base έπαιξαν το All that she wants σε μια dub – indie – reggae διασκευή μου είναι αδύνατο να περιγράψω τι έγινε. Κι όμως η μύτη του κατσαρίδα δεν έσπασε τότε...
Μετά το τέλος της συναυλίας, είχαμε σταθεί έξω από το Ολυμπιακό στάδιο της Μπρατισλάβας όπου είχε λάβει χώρα (άκυρη έκφραση, καμιά λογική συνοχή), και διαπλικτιζόμασταν για το αν οι Base και οι That είναι ισάξιοι ή ανώτεροι του John Coltrane. Την ώρα που η Γριά παραληρούσε παρομοιάζοντας τα φωνητικά του, ακόμα άσημου τότε, Robbie Williams με τον ήχο του σαξοφώνου, παρατήρησα πως δίπλα μας βρισκόταν μία ξανθιά Σλοβάκα, την οποία χρόνια αργότερα ξανασυνάντησα σε ένα μαγαζί στη Συγγρού όπου και μου είπε κάποιες λεπτομέρειες που δεν ήξερα, και τσακωνόταν με έναν μυστήριο τύπο με ένα κρύο, σχεδόν δολοφονικό βλέμμα. Ήταν γύρω στο 1.85 ύψος και είχε σπαστά καστανά μαλλιά. Αν και αρκετά νέος (όχι πάνω από είκοσι – εικοσιένα), ήταν φανερές οι τάσεις του για φαλάκρα. Η συζήτηση διεξαγόταν στα γαλλικά και η προφορά του τύπου μου επέτρεψε να καταλάβω ότι δεν ήταν από το Παρίσι, αλλά μάλλον από τη νότια Γαλλία, Μασσαλία, Νίκαια, κάπου εκεί τέλος πάντων. Αλλά, ας πάω στο θέμα του τραυματισμού του Κατσαρίδα. Κάποια στιγμή, και ενώ η Γριά συνέχιζε να παραληρεί, ο Κατσαρίδας έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του. Την ίδια ώρα ο τσακωμός δίπλα γινόταν όλο και πιο έντονος. Και εκεί συνέβει το μοιραίο. Ο συντονισμός υπήρξε μαγικός. Την στιγμή που ο Κατσαρίδας σηκωνόταν όρθιος, ακούστηκε ένα ουρλιαχτό από τη Σλοβάκα γκόμενα. Η σκηνή που θα περιγράψω έγινε μέσα σε νανοσεκόντ. Ο μυστήριος γάλλος παίρνει φόρα και πάει να κουτουλίσει τη Σλοβάκα μελλοντική στριπτιτζού της Συγγρού στο στήθος. Η Σλοβάκα μελλοντική στριπτιτζού της Συγγρού με μια ταχυδακτυλουργική κίνηση αλά Κόπερφιλντ, αποφεύγει τον Γάλλο εν υαλοπωλείο. Ο Γάλλος δεν μπορεί να ανακόψει ταχύτητα και συνεχίζει την κουτούλια. Ο Κατσάριδας γυρνάει το κεφάλι του να δει τι στο διάολο γίνεται πίσω του, τη στιγμή που το κεφάλι του ήταν στο ύψος του στήθους. Αυτό που αντικρίζει είναι το κεφάλι του Γάλλου σε απόσταση αναπνοής από τη μύτη του. Παίρνει την αναπνοή που επέτρεπε η απόσταση αλλά τίποτα περισσότερο. Το κεφάλι του μυστήριου Γάλλου από τη Μασσαλία ή τη Νίκαια ή κάπου εκεί τέλος πάντων συνθλίβει τη μύτη του Κατσαρίδα. Ο Κατσαρίδας πέφτει κάτω σφαδάζοντας. Ο Γάλλος συνειδητοποιεί τι έχει κάνει και πέφτει από πάνω του ουρλιάζοντας για βοήθεια. Σε πέντε λεπτά έρχεται το Εκαβ Σλοβακίας. Πάμε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Κρατικού Μπρατισλάβας. Οι γιατροί βάζουν νάρθηκα στη μύτη του κατσαρίδα. Εγώ, ο Κου και ο Γάλλος πάμε στη ρεσεψιόν. Η τύπισσα εκεί, που ήταν η κλασσική τύπισσα που βρίσκεται στις ρεσεψιόν των νοσοκομείων της Μπρατισλάβας, ρωτάει ονόματα. Απαντάμε: Antoine Paparologotexnis, Kou. Απαντάει. Zinedine Zidane.
Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι.
Δεκατρία χρόνια μετά, κάθομαι και αναπολώ καταστάσεις. Ο Zinedine είναι πλέον θρύλος του ποδοσφαίρου, ο Κατσαρίδας είναι πλέον θρύλος των bloggers και η Γριά συνεχίζει το παραλήρημα με τους Ace of Base.
Άντε και καλή χρονιά!!!

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2006

Κουλτούρα ή trash; Τίποτα, ευχαριστώ!

Δεν ξέρω πώς την είδα αλλά αποφάσισα να γράψω κάτι με συνοχή, παρόλο που, δεν σας το κρύβω, είμαι λάτρης του χάους. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που έκανα το διδακτορικό μου πάνω στη θεωρία του χάους και πώς αυτή εφαρμόζεται στην έλξη ανάμεσα στα σουπερνόβα και τις μαύρες τρύπες. Επίσης, ελπίζω ότι αυτό το post θα αποτελέσει επιτέλους το έναυσμα για κοινωνικό στοχασμό των κουρελιών, τα οποία έχουν κάψει τόσο πολύ που είναι πλέον ανίκανα να αρθρώσουν έστω και μία φράση. Αν και κινδυνεύω να κάνω αφορισμούς που ίσως είναι άστοχοι και πολλοί μπορούν να παρεξηγηθούν, θα τους αποτολμήσω γιατί στα αρχίδια μου κι αν παρεξηγηθούν. Άσε που έτσι και αλλιώς μόνοι μας αλληλοδιαβαζόμαστε.
Καταρχήν δεν πρόκειται να ασχοληθώ καθόλου με ότι έχει να κάνει με το mainstream, που σήμερα εκφράζεται κυρίως με δυο μορφές: Τα μπουζούκια – ελαφρολαϊκά – τσιφτελοπόπ κλπ και τα κλαμπάκια – trendy – baraonda – rock’ n’ rol και τα ρέστα. Τα πρώτα δεν μου είπαν ποτέ τίποτα. Όσες φορές και να πήγα ποτέ δεν πέρασα πραγματικά καλά. Και δεν μιλάω για ψυχαγωγίες, προβληματισμούς και τέτοιες μαλακίες, που υποτίθεται ότι δεν σου προσφέρουν. Απλώς δεν περνάω καλά. Γυφτιά, βλαχουριά, οι τύποι που καπνίζουν πούρα ψάχνοντας να επιβεβαιώσουν τον αντρισμό τους, οι γκόμενες που χορεύουν τσιφτετέλια πάνω στα τραπέζια εκλιπαρώντας για λίγα πρόσκαιρα βλέμματα των λιγούρηδων των γύρω τραπεζιών. Δεν μου κάνει. Μπαναλιτέ που θα ‘λεγε και ένας παλιός φίλος. Θα γράψω κάποια άλλη στιγμή για την ξεφτίλα των μπουζουκιών.
Το δεύτερο, trendy clubs με θαμώνες από Β.Π., Ν.Π. και Κολωνάκι, μπορεί να έχουν καλύτερες μουσικές, καλύτερη αισθητική, αλλά ως εκεί. Πολύ show-off ρε παιδί μου. Το κύριο μέλημα των θαμώνων είναι να κάνουν την πόζα τους, δεν τους νοιάζει να διασκεδάσουν. Η μάλλον διασκεδάζουν κάνοντας show –off. Άρρωστο, δε βρίσκεται; Anyway και αυτό άλλη συζήτηση με πολύ πολύ κράξιμο.
Σκοπός μου εδώ είναι να εκφράσω κάποιες σκέψεις για έναν κόσμο που υποτίθεται ότι ξεφεύγει από τη μάζα, και καλά πιο σκεπτόμενο, ο οποίος έχει πέσει στην παγίδα που ο ίδιος νομίζει ότι αποφεύγει.
Οι μεν είναι αυτοί οι τύποι, οι και καλά ψαγμένοι, οι οποίοι προσπαθούν να διαφοροποιηθούν από την «πλέμπα» σε κάθε τους δραστηριότητα. Εναλλακτικοί – indie που συχνάζουν σε πέντε μαγαζιά γύρω από τα Εξάρχεια (τώρα τελευταία ακούω ότι κάνουν και ένα άνοιγμα προς Γκάζι μεριά, απλώς εγώ τους θυμάμαι στα Εξάρχεια), ακούνε ότι σκουπίδι βγάζει η εναλλακτική βρετανική σκηνή και όσο λιγότεροι είναι αυτοί που ξέρουν κάτι τόσο καλύτερο είναι αυτό το κάτι. Βλέπουν πολύ σινεμά, Τζάρμους, Γκίλλιαμ, southpark και τα λοιπά αντίστοιχου ύφους και γενικώς αυτοχαρακτηρίζονται ως πολύ cool άτομα. Πίνουν και κανά τσιγάρο συχνά πυκνά, έτσι μωρέ για το χαβαλέ. Βασικό. Δεν ασχολούνται με πολιτική και καταναλώνουν κυρίως μπίρα.
Παιδιά εντάξει, το κάνατε το statement. Ναι είστε εναλλακτικοί. Και τώρα που όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι είστε διαφορετικοί, πηδήξτε καμιά φυσιολογική γκόμενα μπας και ξεχαρμανιάσετε και σταματήσετε να ασχολείστε με μαλακίες. Καλή η θεωρία και η αμπελοφιλοσοφία, αλλά αν κάποιος δεν έχει ακούσει Sigur Ros είναι για τον πούτσο ε; Επίσης σε περίπτωση που δεν το γνωρίζετε. Αν πάτε για καφέ στο Κολονάκι, δεν πρόκειται να φάτε πόρτα στο Μο Better, ούτε θα σας κράξουν στη συναυλία των Sonic Youth.
Υπάρχουν οι έντεχνοι ελληναρίες. Ξέρεις τώρα. Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Αγγελάκας, κανάς Μάλαμας, κανάς Σαββόπουλος έτσι για ρετροσπεκτίβα, μπόλικη αριστερά, ψιλοαναπόληση της δεκαετίας του 70. Καμιά πορεία που και που, αλλά πάντα χωρίς επεισόδεια. Προσοχή, κίνδυνος – θάνατος! Αυτή είναι η κατηγορία με τους περισσότερους κνίτες! Δημόσια δωρεάν παιδεία, έξω οι επιχειρήσεις απ’ τις σχολές και η λοιπή συνθηματολογία. Ρεμπετάδικο, «μουσικές σκηνές», βασικό αλκοόλ το κρασί, άγνωστη λέξη τα ναρκωτικά. Αγαπημένοι σκηνοθέτες Κεν Λόουτς, Theo Aggelo, ΚΚ (Κριστόφ Κισλόφσκι ντε, μα καλά δεν το καταλάβατε) και όποιος άλλος έχει μπόλικη εσωτερική αναζήτηση, μιλά για την αποξένωση των ανθρώπων, περνά πολιτικά μηνύματα κατά του καπιταλισμού και υπέρ του δίκιου του εργάτη. Α! Να μην ξεχάσω και το θέατρο...
Πω πω νόημα, που έλεγε και ένας άλλος παλιός φίλος. Μάγκες χαλαρώστε λίγο. Παραπήρατε σοβαρά τον εαυτό σας. Λυπάμαι αλλά δεν θα αλλάξετε τον κόσμο (ευτυχώς Παναγίτσα μου). Δεν βλάπτει και κανά χαμόγελο. Σας καταλαβαίνουμε. Πολύ αδικία και πόνος βαρύς αλλά τι θα λέγατε να ανοίξετε και λίγο τα ματάκια σας. Καλημέρα, καλώς ήρθατε στο 2007. Δείτε και λίγο Χόλλυγουντ, δεν κάνει τόσο κακό όσο νομίζετε.
Επίσης υπάρχουν και κάτι άλλοι ξέμπαρκοι κολληματίες, παλιοροκάδες, μεταλλάδες, τζαζίστες, μπλουζίστες, γενικώς άδες και ίστες, οι οποίοι σιγά σιγά όμως είναι είδη προς εξαφάνιση, οπότε πάμε παρακάτω.
Μετά το κράξιμο λοιπόν των μεν, ας ξεκινήσω το κράξιμο των δε. Αυτοί οι δε είναι κάτι τύποι, οι οποίοι αν σταματούσα εδώ αυτό το κείμενο θα μου έβγαζαν το καπέλο. Έχουν συνειδητοποιήσει ότι η πολύ κουλτούρα βλάπτει (καλώς) και κάπου εκεί τους έπιασε η μαλακία. Μέσα στη λογική της αντίδρασης αγιοποιήσαν ότι trash υπάρχει. Γωγουλίνι, Λουκά, Ψηνάκης, Dream Show και πάει λέγοντας. Ο θεός τους είναι ο Θέμος. Το μεγαλύτερο κακό που έχουν κάνει είναι ότι έδωσαν τη δυνατότητα στον κάθε μαλάκα ηλίθιο που δεν έχει διαβάσει ούτε το ανθολόγιο της Β Δημοτικού να κράζει ότι δεν περιέχει χαβαλέ. Ότι πέρασαν την άποψη πως τα μπουζούκια είναι γαμάτα, γιατί έχουν χαβαλέ και είναι «αληθινά». Ότι οι γκόμενες είναι ξανθιές, ηλίθιες παίρνουν πίπες και έχουν ψεύτικα βυζιά. Ότι οι άντρες πρέπει να οδηγούν Cayenne, να βγάζουν πέντε χιλιάρικα το μήνα και να πηδάνε δέκα διαφορετικές γκόμενες το μήνα (Πετράκη ου ου!). Αρχίδια, γαμώ την υποκουλτούρα σας, την τηλεόρασή σας, τη Μενεγάκη, τον Αρναούτογλου, το Χατζηνικολάου, τη γκλαμουριά και τους αστέρες σας. Μαλάκες!
Θα μου πεις και δίκιο θα χεις, ρε καραγκιόζη εσύ το λες αυτό που έχεις να πεις σοβαρή κουβέντα από τότε που ήσουν πρωτοετής; Ναι θα το πως ρε πούστη γιατί καλός ο χαβαλές και γουστάρω αλλά δε λέω ότι ο Σοφοκλής ήταν για πέταμα (άσχετα αν δεν έχω δει ποτέ). Ούτε θεοποιώ τον κάθε μαλάκα και το κάθε ξέκολο, μόνο και μόνο από αντίδραση στους κουλτούρες. Και στο τέλος τέλος δεν αφορίζω (πώς;;;). Αυτά για τώρα, θα επιστρέψω και με άλλες βαθυστόχαστες κοινωνικές αναλύσεις. Μέχρι τότε θα ακούω στο repeat «τον ύμνο των μαύρων σκυλιών» του Λούκι. Τα 'χουμε πει ρε παιδιά. Χαβαλές με στυλ!