Η πρώτη και τελευταία απόπειρα των natural born κουρασμένων να μετατρέψουν την κενότητα του λόγου τους σε υποψιασμένη... Κουράστηκα ήδη.
Συνολικές προβολές σελίδας
Παπάρ ... Yes !!!!!
Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012
Undisclosed Desires
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009
Καλοκαιρινά ρομάντζα και μία ‘πρωτοχρονιά’ μέσα στο φθινόπωρο
Cocktails στο Καλυψώ -Έλα ρε δικέ μου, μην είσαι έτσι τώρα. Έχουμε έρθει εδώ παρεάκι διακοπές όλοι μαζί μετά από τόσα χρόνια και εσύ είσαι μυστήριος;!
-Καλά σου λέει ρε μαλάκα Νίκο. Στην Πάρο είμαστε. Πού θες να βγούμε δηλαδή; Αφού τα ωραία γκομενάκια σ’ αυτά τα clubs πάνε… πώς να το κάνουμε τώρα;!
-Έχετε λυσσάξει ρε κωλόπαιδα! Χτες μέχρι τις 5 το πρωί δεν ήμασταν εκεί με τα σκυλοpop να βαράνε μέσα στ’ αυτί μας; Τέλος πάντων… Σας το λέω από τώρα όμως, ότι αύριο θα πάμε στο άλλο το μπαράκι που περάσαμε απ’ έξω χτες. Μια χαρά μουσικούλα έπαιζε και μια χαρά κόσμο είχε.
-Καλά καλά…
Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008
Us and Them...
Καμιά φορά είναι κάτι πράγματα που δεν τα εξηγείς με την απλή την πουτάνα τη λογική. Και εκεί που οδηγάς βραδάκι κάπου στο λεκανοπέδιο γυρνώντας από δουλειά ακούς κάτι στο ραδιόφωνο που κάτι σου κάνει. Και ανεβαίνοντας τη Συγγρού δεν κοιτάς τα αυτοκίνητα γύρω σου γιατί το μυαλό σου είναι αλλού και θυμάται.Το ραδιόφωνο έπαιζε το Great Gig In the Sky την ώρα που ανέβαινε τη Συγγρού γυρνώντας από τη δουλειά. Μόλις είχε νυχτώσει και η Αθήνα είχε κρύψει την ασχήμια της. Η τύπισσα που έκανε εκπομπή είχε μόλις αναφέρει ότι πέθανε ο Richard Wright. Του ήταν σίγουρο ο πιο συμπαθής από όλους. Ο τύπος που δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να βγει στο προσκήνιο. Δεν χρειαζόταν. Έκανε τη δουλειά του εκεί πίσω καθιστός, μιλώντας τελικά μόνο με τα δάχτυλα του. Και τη φωνή του… Σε εκείνο το live στο αρχαίο θέατρο, σε εκείνη την απίστευτη εκτέλεση του Echoes, η φιγούρα του, θα του έμενε για πάντα.
Λονδίνο αγκαλιά με ουίσκι και One of these days, Σκωτία με τους σκληρούς και Shine on, βράδια στις εθνικές με φίλους, αμάξι και ταξίδι, και Ummagumma, κι άλλο Λονδίνο με Dark Side, και μπαλκόνι με Piper, και ρετρό με Set the Control , και γάμησέ τα. Παντού και πάντα. Πόσες και πόσες ώρες;
Σαν να του έφυγε ένα κομμάτι. Τι γελοίο, για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισε ποτέ, που ούτε καν τον είχε δει. Και όμως τον είχε πειράξει. Είχε στεναχωρηθεί. Σκεφτόταν πως έκλεισε κάτι. Μια φάση. Σαν ένα κομμάτι του να αποσπάστηκε τελείως και να έμεινε για πάντα πίσω. Μπορεί και να βούρκωσε για μια στιγμή. Στη Καλιρρόης έκανε δεξιά.
Έβαλε ένα ουίσκι και στην πρώτη γουλιά άναψε τσιγάρο. Στο cd έπαιζε το Time. Ότι πρέπει.
Υ.Γ. Σε όσες στιγμές θυμόμαστε…
Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008
1 year latency ....
Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008
Ελάτε μαζί μου να κάνουμε μια βόλτα στη Silicon(e) Valley

Silicon(Si,πυρίτιο,εικόνα επάνω),το πιο πολύτιμο στοιχείο του μεταμοντέρνου computer-based πολιτισμού μας για εκείνους τουλάχιστον που με το πάτημα ενός κουμπιού αποκομίζουν τεράστια κέρδη από την πώληση μετοχών-παραγώγων-συμβολαίων καλαμποκιού εξαναγκάζοντας εκατομμύρια άλλους στην πείνα.
Silicone(σιλικόνη),κύριο παράγωγο του πυριτίου που τις βασικότερες χρήσεις της λίγο πολύ όλοι τις ξέρουμε.
Τρίτη 1 Απριλίου 2008
Κυριακή

Άλλη μια Κυριακή σαν παρατεταμένη ασφυξία.
Έχω παρατηρήσει οτι τελευταία γίνομαι σιγά σιγά μέρος ενός κόσμου φαντασιακού. Έχω αρχίσει να αισθάνομαι τα πάντα στο κέντρο ενός σύμπαντος Σαχτουρικού, και πάνω απ’το κεφάλι μου ένας κόκκινος ουρανός με γιγάντια τα μάτια του Κάφκα να επιβλέπουν τις κινήσεις μου.
Παράξενα όντα με αγκαλιάζουν και με καλοσορίζουν σε μια κοινωνία δαιμόνων, το μελίσι του διαβόλου, στο χορό των μυστηρίων. Σκιές μου δίνουν το χέρι.
Το σπίτι μου γέμισε μικρές νεκρές πασχαλίτσες που μυρίζουν άσχημα. Κάνω να βγω για ένα περίπατο. Βλέπω τη γειτονιά μου αλλαγμένη. Ο μουσικός του δρόμου εχει σωπάσει προ πολλού. Μόνο σειρήνες ακούγονται και τύμπανα. Τύμπανα σαν καρδιοχτύπια.
Έντομα μαύρα και πουλιά σκελετωμένα τσιμπάνε τους περαστικούς και τους βγάζουν τα μάτια. Γρυλίζουν το σκοπό κάποιου ξεχασμένου εμβατήριου.
Σε αυτή την πόλη οι νεκροί δεν κοιμούνται, χορεύουν και κράζουν υστερικά ακατανόητες γλωσσολαλιές.
Η φθορά δεν ξεχνάει.
Φτάνω στο σταθμό του τρένου και ένας τυφλός ζητιάνος με καλημερίζει και μου λέει:
‘Η ζωή είναι όμορφη’.
‘Το τρένο δεν θα έρθει’, λένε τα μεγάφωνα του σταθμού. ‘Καποιος πέταξε ένα τριαντάφυλλο στις ράγες...’.
Παίρνω πάλι το δρόμο για το σπίτι λυπημένος, ψάχνοντας μάταια για χαρταετούς στον ουρανό.
Άλλη μια Κυριακή σαν παρατεταμένη ασφυξία.
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008
Fuck you

Διάβαζα προχτές το βράδυ ένα παλιό τεύχος του Lifo, που παρεμπιπτόντως έχει χάσει την αρχική του φρεσκάδα, και όπως πάντα είχα αφήσει για το τέλος το άρθρο του Πολιτάκη, ο οποίος παραμένει ότι πιο cool και funky υπάρχει στον έντυπο γενικά. Ανέφερε μέσα την 25η ώρα του Spike Lee και το ασύλληπτο ξέσπασμα του fuck you. Χτες το βράδυ λοιπόν ήταν ότι έπρεπε για να τη ξαναδώ, μιας, το ομολογώ, συγχωρέστε με σας παρακαλώ, είχα να τη δω από τότε που βγήκε. Και πράγματι το «fuck you» τα σκάει. Κατά Spike Lee λοιπόν, θα κάνω τη δική μου λίστα:
-
Α γαμηθείτε μαλάκες ταρίφες, με τα κίτρινα κολάμαξά σας που θεωρείτε ότι οι δρόμοι είναι δικοί σας και κάνετε ότι σας καυλώσει. Που βγάζετε σκατά απ’ τις εξατμίσεις σας και ούτε που σας νοιάζει. Που κοιτάτε τα κοριτσάκια και σας τρέχουν τα σάλια, μαλάκες που γυρνάτε μετά σπίτι σας και τ’ ακούτε απ’ τις γυναικούλες σας.
-
Άντε γαμηθείτε μαλάκες πολιτικοί, άχρηστοι, παρωχημένοι, loosers της ζωής, που το μόνο που σας νοιάζει είναι να τα κονομήσετε γρήγορα και να χτίσετε μια βιλίτσα στο Λαγονήσι. Πουτάνες της εξουσίας που σας κουνάνε τα ευρώ και τρέχετε σαν πεινασμένα κοπρόσκυλα.
-
Γαμιέστε και εσείς κηφήνες φοιτητές, που δεν έχετε δουλέψει ούτε μια ώρα στη ζωή σας και εκφράζετε και άποψη. Που μου κλείνετε τους δρόμους και μετά γυρνάτε στη μαμάκα σας να φάτε σουτζουκάκια και νομίζετε ότι μπορείτε να κάνετε ότι γουστάρετε μόνο και μόνο επειδή είστε μαλακισμένα εικοσάχρονα.
-
Γαμιέστε κολόγυφτοι, βρωμιάρηδες που ζείτε ακόμα στα τσαντίρια και δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι έχει φτάσει 2008. Που βάζετε τα κοριτσάκια να παντρεύονται στα 12 και νομίζετε ότι μπορείτε να κάνετε ότι γουστάρετε. Υπάρχουν νόμοι ρε!! Και αν δεν γουστάρετε στο διάολο. Αλλού ρε! Ουστ!
-
Να πάτε να γαμηθείτε μουνόπανα τριανταπεντάρες νεογιάπηδες που δουλεύετε 15 ώρες και νομίζετε ότι είστε επιτυχημένοι. Νάρκισσοι, στην κοσμάρα σας, που αν βγείτε για λίγο από το Κολωνάκι, θα σας βιάσουν. Όταν φτάσετε 70 και θα πεθαίνετε και θα λέτε γιατί δεν έζησα. Και εγώ θα γελάω.
-
Γαμιέστε και σεις ΚΚΕδες που νομίζετε ότι κατέχετε την απόλυτη αλήθεια. Σας ξεπέρασε η ζωή, απολιθώματα, κολλημένοι, ξυπνάτε ρε, το τείχος έπεσε, και εσείς καλύτερα να κλειστείτε σε κανά ντουλάπι. Ανέραστοι, ντεκαβλέ, βάλτε τα σφυροδρέπανα στο κόλο σας, μπας και χύσετε, γιατί μάλλον δεν έχετε ιδέα.
-
40άρες των Β.Π. Γαμιέστε! Πάρτε τη VISA άντρα σας και τρεχάτε να αγοράσετε κανένα Καλογήρου των 1000, ενώ ξέρετε ότι ο άντρας σας πηδάει την εικοσπεντάχρονη γραμματέα του. Και το βράδυ γυρίστε στο σπίτι να του πάρετε μια περιποιημένη πίπα, γιατί αυτή είναι η δουλειά σας!
-
Άντε γαμηθείτε κουλτουριάρηδες, δήθεν, η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, καταλάβετε ρε, η ζωή είναι αλλού, η τέχνη είναι κάθαρση ε; Λέτσοι, και καλά εναλλακτικοί, χαμογελάστε κα καθόλου ρε! Σας έφαγε ο Στρίντμπεργκ και ο Αντονιόνι. Καλλιτέχνες.. Θέλω να ξεράσω στη μούρη σας.
-
Γαμιέστε μικροαστοί υπαλληλίσκοι που όλη την ώρα κλαίγεστε και ζητάτε από το κράτος να σας ανεβάσει τους μισθούς και να σας φθηνύνει τα φασολάκια. Ευθυνόφοβοι, κομπλεξικοί, συντηρητικοί, πάρτε και καμιά πρωτοβουλία στη ζωή σας, κότες, χέστες. Θύματα, ε θύματα.
-
Γαμιέστε βουτυρόπαιδα του Κολωνακίου, του Ψυχικού, της Κηφισιάς και της Γλυφάδας, καλομαθημένα κωλοπαίδια, στη δουλειά του μπαμπάκα και το βράδυ Rock ‘n’ roll και Ten. Λούμπεν μαλακισμένα που μόνοι σας το μόνο που θα μπορούσατε να κάνετε είναι να καθαρίζετε τζάμια στα φανάρια.
-
Γαμιέστε και σεις, Πακιστάνια στα φανάρια που μου λερώνετε τα τζάμια. Βρείτε καμιά δουλειά κανονική και σταματήστε να ζητιανεύετε. Υπάρχει και μια πουτάνα αξιοπρέπεια, αν ξέρετε τι θα πει.
-
Και σεις μουνόπανα θρησκόληπτοι, παπαδαριά και τα ρέστα, εδώ η κόλαση, ζήστε τη και αφήστε τα υπόλοιπα, πατρίδες, θρησκείες, οικογένειες. Μην ασχολείστε ρε μαζί μας, στ’ αρχίδια μας σας γράφουμε. Εκκολαπτόμενα φασιστάκια, μου χαλάτε την αισθητική. Ξυριστείτε.
(to be continued…)
Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2008
94+14
Είσαι 15. Και μπαίνεις στο Αμφιθέατρο. Και τα βλέπεις όλα. Και λες αυτό είναι. Έτσι θέλω τη ζωή μου. Και ξεκινάς το κάπνισμα. Και σταματάς να παίζεις μπιλιάρδα και ξεκινάς να διαβάζεις με μανία Κλικ και Νίτρο. Και να ακούς No Good. + Soda. Η μάνα ρέιβερ σε έβριζε στον Χατζηνικολάου που φορούσε ακόμα γυαλιά και είχε χωρίστρα. Περπατούσες πολύ. Και έπαιζες ακόμα μπάσκετ. Ο Γκάλης έπαιζε ακόμα. Αν και μεγάλος πια. Παραληρούσες με τον fast Eddie και με την Αδάμ, που ήταν μια κούκλα. Και λίγο αργότερα βρέθηκες να χτυπάς παλαμάκια σε κάτι γκόμενες ανεβασμένες σε βαρέλια. Τι τρέλα και αυτή. Αλλά ποτέ δεν σου άρεσαν τα βαρέλια. Σπίτι έβαζες το Ok Computer στο καινούριο σου cd player. Και το βράδυ στα Τσιλιχρηστομάγαζα. Ακίνητος να πίνεις τα ποτάκια σου και να κόβεις διάφορες διαστημικές τύπισσες. Ταξί στην παραλιακή. Το πρωί ξυπνούσες όμως να γράψεις έκθεση. Και βαριόσουν. Αλλά ήσουν 17. Στ’ αρχίδια σου.
Και μετά uni. Και όλη η καύλα για πάρτη σου. Νομίζεις ότι θα ζεις για πάντα. Έτσι. Και την βλέπεις και εναλλακτικά. Πολύ σινεμά. Και πουλάς πνεύμα και τρέλα. Καφές. Συζητάς, πολύ. Καπνίζεις, πολύ. Πίνεις, πολύ. Τη πίνεις, πολύ. Αλλά η μηχανή έχει όλα τα άλογα. Φουλ. Τα σηκώνεις όλα. Χρόνος. Άπειρος.
Και σηκώνεσαι ένα πρωί και είσαι στο Λονδίνο. Με φίλους. Κοσμοπολιτισμός. Και περισσότερη τρέλα. Και περισσότερη ντέκα. Όσο περισσότερη τόσο καλύτερα. Μουσικές. Και περισσότερο σινεμά. Έχεις αποφασίσει ποιος είσαι. Και γουστάρεις. Σκοπός σου είναι, όχι σαν τους άλλους. Νομίζεις. Και ο έρωτας εκεί. Επιμένει.
Και κάποτε γυρνάς. Και σου φοράνε με το ζόρι ασπιρίνες στο κεφάλι. Και ψιλουποψιάζεσαι. Αλλά λες «δε νομίζω ρε μαλάκα, θα τελειώσει κι όλα όπως πριν».
Και τελειώνει. Και ξυπνάς πάλι. Και παίρνεις το μετρό και πας και δουλεύεις δέκα ώρες και δε γουστάρεις και πας και ξαναπάς και ξαναπάς. Και λες έτσι θα το βγάλουμε το υπόλοιπο;
Α ρε πούστη Κωστόπουλε, δεν μου τα χες πει έτσι.
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2008
Η ιστορία μία κοπάνας
Με ένα σχεδόν ένοχο μειδίαμα στα χείλη, σαν αυτό που κάποτε υπήρχε στο πρόσωπο μου όταν αποφάσιζα ότι προτιμούσα να πάω για μπιλιάρδο παρά να κάνω φυσική και αρχαία στο σχολείο, στάθηκα στην κυλιόμενη σκάλα του μετρό του Πανεπιστημίου.
‘Τι εφεύρεση και αυτή…;’ ‘Τελικά η ανθρώπινη τεμπελιά έχει γεννήσει σπουδαία πράγματα…’
Ήταν Παρασκευή μεσημεροαπόγευμα, και με πρόφαση μία ανόητη υποχρέωση που έπρεπε να τακτοποιήσω, έκανα ‘κοπάνα’ από το γραφείο καμιά-δυο ώρες πριν από την προβλεπόμενη ώρα αναχώρησης. Αφού μέσα σε δέκα λεπτά είχα ξεμπερδέψει, κοντοστάθηκα στη γωνία Χ. Τρικούπη και Ακαδημίας και προσποιήθηκα ότι ψάχνω για κάποιο σοβαρό λόγο να μην πάω για καφέ. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα είχα ψάξει όλες μου τις τσέπες και όπως ήταν αναμενόμενο ο λόγος αυτός δε βρέθηκε πουθενά! Έβγαλα τις high-tech designάτες ψείρες από το κεφάλι μου, τις κάρφωσα στα αφτιά μου, πάτησα το play και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα να ανηφορίζω την Ασκληπιού, το φυσικό σύνορο ανάμεσα στους δύο τόσο διαφορετικούς κόσμους του κέντρου της πόλης.
Απογοήτευση…όλα τα τραπεζάκια πιασμένα.
‘Μα καλά ρε π$&%^η μου…κανένας δε δουλεύει σ’αυτή τη χώρα;;;!!!’
Η διάθεσή άρχισε να παίρνει το χρώμα της μούχλας καθώς έπρεπε να δώσω άμεσα απάντηση σε ένα εξαντλητικό δίλλημα…
‘Εξάρχεια ή Κολωνάκι;’
Well…οι μέρες ήταν γιορτινές και είπα να μη σκοτώσω τον ανυπόμονο καταναλωτή μέσα μου διαβάζοντας κανένα από αυτά τα συνθήματα που γράφουν οι ‘αριστεριστές-αντιεξουσιαστές’ στους τοίχους. Σκουφά αντί για Ναβαρίνου λοιπόν και skip γιατί αυτό το τραγούδι το’χα ακούσει 789 φορές τις τελευταίες μέρες.
Επιτυχία!!! Αν και η υποψία μου ότι σήμερα αποφάσισαν όλοι να πάνε για καφέ αντί στις δουλειές τους είχε γίνει πλέον βεβαιότητα, εντόπισα ένα τραπεζάκι στο αγαπημένο μου café! Με κινήσεις μπαλέτου που θα εντυπωσίαζαν ακόμα και τον Αλέξη Κωστάλα, γλίστρησα ανάμεσα στους επίδοξους αλλά και αναποφάσιστους μνηστήρες του, και με ένα τριπλό tolup σε συνδυασμό με διπλό lutz το καβάντζωσα. Η πολύ νόστιμη σερβιτορούλα κατέφθασε για την παραγγελία όσο ακόμα ξεφορτωνόμουν το παλτό μου και κάπου μέσα μου άρχισα να αισθάνομαι την πολυπόθητη γαλήνη.
‘Εδώ είμαστε!’
Σε ελάχιστο χρόνο ένας περίπλοκος μηχανισμός που περιείχε το τσάι μου ήταν στο τραπέζι, και αφού επιστράτευσα όλες μου τις γνώσεις γύρω από τη μηχανική για να καταλάβω πώς διάολο λειτουργεί αυτή η μ^%^&*α, άφησα την επαναστατική διάθεση της μύτης μου στην άκρη και της επέτρεψα να παραδοθεί στην ηδονική δικτατορία του αρώματος του Earl Grey.
Βυθισμένος στη σκέψη πως όλα ήταν τέλεια, βρέθηκα να χαζεύω τους περιέργους σχηματισμούς που η νωχελική κίνηση του κουταλιού μου δημιουργούσε στο περιεχόμενο της κούπας. Δεν είχα ακόμα όρεξη να ανοίξω το free press που κουβαλούσα και έτσι είπα να αφήσω τον εαυτό μου να γίνει ελαφρά αδιάκριτος κάνοντας για λίγο τα ‘στραβά αυτιά’.
Σε δύο σκαμπό στο bar δύο κοπελίτσες προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το τι μπορεί να σημαίνουν οι τελίτσες-τελίτσες-τελίτσες που ο Χ έβαλε στο τέλος του SMS ή κάτι τέτοιο. Η συζήτηση δε μου κράτησε το ενδιαφέρον και έστρεψα τα ραντάρ μου αλλού. Στο διπλανό τραπεζάκι η κουβεντούλα ήταν άκρως ενδιαφέρουσα!! Η νεαρή και σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις μεγαλοαστή μητέρα, εξαντλημένη από τις αγορές στα τοπικά καταστήματα, μοιραζόταν με τους φίλους της τους προβληματισμούς της για την εικόνα και το γενικότερο physique του στήθους της μετά τον απαιτούμενο θηλασμό. Οι χλιδάτοι χαραμοφάηδες που απάρτιζαν την παρέα της, έχοντας κάνει το προσποιητό ενδιαφέρον τέχνη, έδιναν συμβουλές ενώ φαντασιώνονταν ‘μακροβούτια’ στο αριστοκρατικό της αιδοίο.
‘Α ρε Κολωνάκι αθάνατο!!!’
Αποφάσισα ότι ο ρόλος του Μεγάλου Αδελφού δε μου πάει και αφιερώθηκα στο περιοδικό μου. Λίγη ώρα αργότερα ο κολλητός που βρισκόταν στην Αθήνα για δουλειές έκανε την εμφάνισή του στην πόρτα. Δίπλωσα το ανάγνωσμα, του έγνεψα και κοίταξα την ώρα στο κινητό μου. Περασμένες πέντε…ήταν πλέον Σαββατοκύριακο!
Λόφος
Σημασία όμως έχει πώς είναι ακόμα εκεί. Και η Δεξαμενή παραμένει το τελευταίο αποκούμπι του. Εκεί τρέχει συνέχεια τώρα τελευταία. Αλλά όλο και συχνότερα δεν μένει εκεί. Ακόμα και η εγγύτητα με το τίποτα τον ενοχλεί πια. Πέρασαν ανεπιστρεπτί οι εποχές της απενοχοποίησής του. Πλέον, δεν θέλει να έχει καμία σχέση μαζί του. Γι’ αυτό και πλέον ανηφορίζει κι άλλο. Κάποια στιγμή όμως ο λόφος έχει κορυφή. Κι όταν φτάσει και εκεί, μετά τι;
Όταν έφτασε στον περιφερειακό έστριψε αριστερά προς Νεάπολη. Σε δέκα λεπτά είχε περάσει τη Δοξαπατρή και συνέχιζε. Όπου τον πάνε τα πόδια του, χωρίς στόχο. Ως συνήθως. Νεάπολη. Πέντε λεπτά από το Κολωνάκι και τόσο διαφορετική σε όλα. Το αγαπημένο του σημείο ήταν πάντα εκεί λίγο πριν τη στροφή για το θέατρο, πρωί, όπου η σκιά του λόφου κερδίζει τον ήλιο. Το Κολωνάκι είναι το φως και η Νεάπολη το σκοτάδι. Ο καθένας διαλέγει και παίρνει. Αλλά τα πόδια δεν ικανοποιούνταν. Ούτε το μάτι. Και εκεί κάπου στη Μάρκου Ευγενικού έκανε πάλι δεξιά. Και ξεκίνησε να ανεβαίνει κι άλλο. Πατούσε τις ξερές πευκοβελόνες, γλιστρούσε, ξανασηκωνόταν, και συνέχιζε με μανία για πάνω. Και καμιά τριανταριά μέτρα πιο κει ήταν ένα μονοπάτι το οποίο σνόμπαρε επιδεικτικά.
Σε λίγο φάνηκε ανάμεσα στα πεύκα ο βράχος. Και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε το στόχο του. Και ξεκίνησε να τρέχει. Τα πνευμόνια του δεν τον βοηθούσαν. Είχαν χρόνια πάψει να του ανήκουν, από τότε που τρελάθηκαν με αυτή τη γοητευτική τύπισσα που λέγεται νικοτίνη. Αλλά αυτός συνέχιζε να τρέχει. Και ο πόνος στο συκώτι που τον λύγιζε από τον πόνο, τον έκανε να θυμηθεί τα παιδικά του, τότε που έτρεχε μικρός πάνω στον Υμηττό, με εκείνη την πουτάνα την αθωότητα που χάθηκε για πάντα. Το δάσος γύρω του τον κοίταζε με ένα ύφος λύπησης. Καμία κακία όμως. Πώς να κρατήσεις κακία σε ένα τέτοιο δάσος;
Ξάπλωσε πάνω στο βράχο. Ήταν σχεδόν μεσημέρι. Κατακαλόκαιρο. Η πέτρα έβραζε. Σηκώθηκε και κάθισε οκλαδόν. Έβγαλε και άναψε ένα τσιγάρο. Από κάτω η Αθήνα του είχε πυρώσει. Το μπετό, η άσφαλτος, τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο. Τα πάντα ήταν θολά. Και κυρίως το μυαλό του. Η Πάρνηθα δεν φαινόταν. Ήξερε πια ότι αφού χάθηκε και η Πάρνηθα δεν έμενε τίποτα. Τράβηξε μια τελευταία γερή τζούρα. Έσβησε το τσιγάρο στη σόλα του και έβαλε τη γόπα στην τσέπη του. Έγειρε μπροστά. Λίγο πριν το κεφάλι του πολτοποιηθεί στα βράχια, άκουσε κάτι πουλιά να κελαηδάνε και πάλι. Τα πουλιά δεν θα φύγουν ποτέ απ’ την Αθήνα κουφάλες…
Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008
O' Glendora . . . I wanna see more of you!

Ανέκαθεν συχαινόμουν αυτήν την κακομοιριά που έχουν πια τα Πατήσια κι η Κυψέλη...άλλωστε τί δουλειά έχω εγώ τώρα Δευτέρα βράδυ σε μια γειτονιά με μπουρδέλα...Από το πρωί που το άκουσα στο ραδιόφωνο, είχα φτιαχτεί για τη βραδυνή μου περιπέτεια και είμουν σίγουρος ότι ο Αντώνης κι ο Κωστάκης το είχαν ήδη βάλει στα πλάνα τους..
Πάντα μια βιβλιοπαρουσίαση είναι ιδιαίτερα ελκυστική, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα βιβλίο αλλιώτικο από τα συνιθισμένα, γραμμένο μέσα από τη ζωή, από τα βιώματα ενός αληθινού ανθρώπου, ενός δασκάλου, που δεν είχε την τύχη να παρίσταται τούτη τη βραδιά. Δεν πειράζει όμως, γιατί όσοι ξέρουν να εκτιμούν, ακόμη και μια χούφτα αρρωστάκια, μπορούν να μετατρέψουν ένα συναυλιακό χώρο, σε χώρο γλυκών αναμνήσεων που να ψυχορραγεί όταν ο ψιλός ο κοντός και ο άλκης ανεβαίνουν ξανά στο σανίδι για ένα τελευταίο tribute στον μεγάλο ΝΝ.
Με ουίσκι στο χέρι, δύο φίλους καλούς, κόσμο πολυσυλλεκτικό και διάθεση στο θεό βλέπω μπροστά μου να ξετυλίγεται ένα κουβάρι συγκίνησης, με βαριές λέξεις, γλυκά σχόλια, ωραίες μουσικές και αισθαντικές απαγγελίες. Δέσιμο μουσικής και αφήγησης που δεν έχω ξαναδεί τόσο μεστό και ακέραιο. Στα highlight μου ήταν και το πιάνο του κυρ-Γιώργου, το τζαμάρισμα του αλκη, και τα κρουστά του Τουλιάτου. Μέσα σε ένα πανηγύρι εορτασμού για όλα όσα μας άφησε κληρονομιά ο ΝΝ, η Ρίτα που με έκανε να αισθανθώ κουρέλι, ακόμα κι όταν αυτή τραγούδαγε δίχως σταματημό.
Τρομερή τελικά η Λιοσίων, έκρυβε για μένα την πιο γλυκιά συμμορία του φετινού χειμώνια.
Κι όσο κι αν νταλαβερίζομαι με κουρέλια, αξίζει τον κόπο. Μαγκιά μου.
Ξέρεις πότε χάλασε το πράγμα;
Καθώς ανέβαινα τη Λιοσίων μου το στομάχι ξεκίνησε να σφίγγει. Χρόνια είχα να το νιώσω. Αραχτός στην προαστιακή μου αφθονία αυτός ο δρόμος με πονάει. Δίπλα ο Ντίνος περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι. «Ούτε θυμάμαι από πότε έχω να ‘ρθω εδώ κάτω». Το rewind στο μυαλό μου σταμάτησε πέντε χρόνια πίσω. Και τότε έβρεχε. Και τότε δεν ήμουν σε φάση.«Όλοι εδώ είναι. Κάθονται μπροστά». Εκεί ήταν όλοι οι ήρωες μου, γερασμένοι, ήρθαν για να μιλήσουν. Και μίλησαν. Άψογοι. Έτσι όπως έπρεπε. Στο τοίχο ο κοντός και ο ψιλός χορεύανε τον επικό τους χορό και χειροκροτούσα παθιασμένα. Πάνω από όλα το στυλ φίλε μου, και η αξιοπρέπεια. Και η Ρίτα φευγάτη, έτοιμη να κατέβει στο Σύνταγμα και ν’ αρχίσει να μασάει κανέναν. Και μετά βγήκε ο Τάκης και μίλησε για το Νίκο και για τους βλάκες της αριστεράς. Ναι, γι’ αυτούς τους ηλίθιους. Και κόλλησαν κάτω γιατί φίλε μου τα κλισέ είναι πάντα κλισέ και θα είναι. Και ο Άλκης ανέβηκε στα τύμπανα και ο Πολύτιμος στα πλήκτρα, αφού πρώτα μαζέψανε τη Ρίτα. Κουρέλια. Αυτή τη φορά δεν αυτοκτόνησε. Αρκεί η μία φορά.
Και βρέθηκα μετά από κανά τρίωρο και βάλε, κλασμένος, να χορεύω με το Στελάρα και τον Κωστάκη σε στυλ one for the money, και ο Αφροντίτεν έτριζε το μπάσο σε τσίτα ρυθμούς.
Και ξανακατέβηκα τη Λιοσίων αλλά αυτή τη φορά έβρεχε φουλ. Λύτρωση ε; Γενναιόδωρη νύχτα. Και όπως είπε και ο ποιητής, άμα η νύχτα ολόκληρη σου δίνεται, δεν τη ρωτάς ποτέ τι ώρα είναι. Και αυτό ακριβώς έκανα. Κοίταζα τον ουρανό και ένιωθα το νερό να τρέχει στο πρόσωπό μου.
Το άλλο πρωί σηκώθηκα με τον ίδιο κόμπο στο στομάχι. Βγήκα για λίγο στο μπαλκόνι. Ο Υμηττός ήταν κάτασπρος. Και ο κόμπος έσφιξε περισσότερο. Και εγώ ξεκίνησα για ακόμα ένα δεκάωρο …
Υ.Γ. Αν ένα πράγμα έμαθα από το Νίκο είναι πως πάνω απ’ όλα είναι η αξιοπρέπεια. Και προσπαθώ συνέχεια να είμαι καλός μαθητής. Αλλά κάνω κοπάνες πολύ συχνά.
Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008
Βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ
Και ύστερα τι; Μμμμ, θα το χαρακτήριζα τουλάχιστον ενδιαφέρον. Και λοιπόν; Κάτι τέτοιο τέλος πάντων ή κάπως έτσι. Έχει καμία σημασία; Λες τελικά να έχει; Ο λα λα, τι περνάω σαββατιάτικα. Κι όλα αυτά για έναν πούστη Λευκορώσο, που πήγε να με πείσει πως ήταν ο δίδυμος αδερφός του Έλβις (πάντα μιλώντας κατά Τζάρμους). Γιατί αν είναι να ξεκινούμε να αγνοούμε και τον Τζάρμους, τότε δεν είναι καλά τα πράγματα. Αλλά καθόλου καλά. Και ύστερα πλάκωσαν οι βλάχοι. Με τα Καγιέν μεσημεριάτικα στο Κολωνάκι. Τι λούμπεν θέε μου. Ανυπαρξία αισθητικής. Αλλά τι σας λέω και σας. Στη ζωούλα σας τη μικροαστική εσείς και μην ενοχλείστε. Κανά παρτάκι, κανά μπαφάκι και μια επαναστασούλα στα πλαίσια. Κουφάλες, που μου το παίζετε και κάποιοι. Πολυεθνικές, τράπεζες, γραφειάκια. Συγγνώμη λίγο, πάω μέχρι τη λεκάνη μου να ξεράσω.
Κι ύστερα ο Μπούτς πυροβολεί τον Τραβόλτα. Και πότε ε; Την ώρα που χέζει. Α ρε Q, τι θα κάναμε και χωρίς εσένα; Και χωρίς το σινεμά. Το δικό μας όμως, όχι το άλλο. Και είναι και Σάββατο ρε πούστη. Όλη η ελληναρία πρέπει να βγει. Τι νομίζετε ότι δεν ανήκετε εκεί; Καγχα, έκανε ο καγχαστής από το Λ.Α και μετά μπήκε στη ροζ του ανοιχτή Κάντιλακ και ξεχύθηκε στον αυτοκινητόδρομο προς την έρημο της Νεβάδα.
Και εκεί παρακάτω πέτυχε τον Κέρουακ να του κάνει οτοστόπ. Και ο τολμητίας ο Καγχαστής δεν τον πήρε. Τον θεωρούσε λίγο γραφικό, και μεταξύ μας δεν είχε άδικο.
Και χιουμοράκι και καλά πνευματώδες και ψαγμένο ε; Ε ρε ξεφτίλες. Μου προκαλείτε αλλεργία...
Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2008
να το πούμε?
5 , 4 , 3 , 2, 1 .......... χΑπι νιοΥ γιαρ
27.28.29.30.31.33.34.36.42.44.47.51.53.59.6..
Πρωτοχρονιές σε χρόνους άλλους
Πρωτοχρονιές με τους μεγάλους
μικρός εσύ μικρός κι ο χρόνος
αλλάζατε κι οι δυο συγχρόνως
Λίγο μετά στα δεκαεφτά
με τους γονιούς σου ήσουν πάλι
μα αισθανόσουν ήδη απών
σε συντροφιά συμμαθητών
το σπίτι σου έχανε εξουσία
κι ο χρόνος την κρυφή του ουσία
Ύστερα γιόρταζες με φίλους
σ’ ένα δωμάτιο καπνού
το θαύμα πάλι ήταν αλλού
στις παιδικές Πρωτοχρονιές σου
στο χρόνο που άλλαζε μαζί σου
πριν μεγαλώσει η αντί-στασή σου
-------------------------------------
Τώρα τι κλαις και τι γκρινιάζεις
Πρωτοχρονιά είναι και γιορτάζεις
την λίγη πίστη του ενηλίκου
στην παιδική ανατολή του
Πρωτοχρονιές γιορτές του χρόνου
Πρωτοχρονιές του ραδιοφώνου
πως θα τις γιόρταζες
εσύ τώρα που έχεις το κλειδί ;
Μ ι κ ρ ό κ λ ε ι δ ί
και σ’ οδηγάει
σ’ ένα παράσπιτο στο πλάι
σ’ ένα μικρό - μικρό πλανήτη
πλάι στο μεγάλο ά δ ε ι ο σπίτι
Πάει ο καιρός που οι δικοί σας
σκηνοθετούσαν την γιορτή σας
και είσ’ εσύ που πρέπει τώρα
να υψώσεις της γιορτής τα δώρα
Ποιος (???????????????)
θα νοιαστεί………………………………..
και ποιος (???????????????) θα παίξει
Χρονοποιός ας είναι η λέξη
γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα
κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα
http://www.youtube.com/watch?v=DRwXMLjgs4s
Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007
Αφιερωμένο ....
H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε.
Ειμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.
Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.
Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. Δεν είχαμε air-condition, ούτε στο σπίτι, ούτε και στο αυτοκίνητο, και περιμέναμε μέχρι τις 5 να δούμε κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαιδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το
σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει.
Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους» Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε
πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.
Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Δεν θα πρέπει να μάς παραξενεύει που τα σημερινά παιδιά
είναι κακομαθημένα.
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2007
Political Anal-ysis

Ενώ αγαπητοί μου φίλοι εμείς ξοδεύουμε την καθημερινότητά μας κάνοντας κοινά και απλά πράγματα όπως να δουλεύουμε, να πηγαίνουμε σούπερμαρκετ, να πίνουμε καμιά πρέζα (εντάξει όχι όλοι) κάποιοι άλλοι άνθρωποι κακοί θέλουν να πλήξουν την γαλήνη, τη σταθερότητα και την ευρυθμία του πολιτικού μας συστήματος. Και μη γελιέστε αγαπητοί μου δεν είναι ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι κομμουνισταί ούτε οι σατανιστές χεβημεταλάδες. Την ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό επιβουλεύονται σκοτεινές δυνάμεις, που δρουν αυτόνομα για προσωπικούς και ακατανόητους λόγους.
Καταθέτω λοιπόν μπροστά σας την περίπτωση του αποτυχημένου βιο-γεννετιστή Τάκη, που αφού αποείδε και λεφτα δεν είδε με την επιστήμη, άνοιξε συνεργείο στο High-δάρι όπου πουλάει εδώ και χρόνια Λαϊκους Ορθόδοξους Συναγερμούς Αυτοκινήτων, με τζάμπα η τοποθέτηση και δώρο το ημερολόγιο της ΠΑΕ Αχαρναϊκός στην οποία παίζει δεξί μπάκ ο ανεψιός του ο Φωτάκης που είναι πολύ κολόπαιδο. Και πο*στης είναι. Αλλα ας μην ξεφεύγουμε από το θέμα.
Η άρρωστη εμμονή του Τάκη με την γεννετική και το μίσος του για το κατεστημένο που τον καταδίκασε να ανήκει στην χαμηλή μικροαστική τάξη και όχι στους επιστήμονες και τους μεγαλογιατρούς με τις αμαξάρες και τις βυζούδες γκόμενες, τον έκανε να διψάει για εκδίκηση. Χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του και παίζοντας τα DNA στα δάχτυλα βάλθηκε να συναρμολογήσει ένα πολιτικό εκτρωμα έναν μηχανικό φρανκενσταϊν, τον Καρατζαφύρερ από κάτι σαπια μέλη παλιών χουντικών, το μεγάλο δάχτυλο ενός αντιβασιλέα της δεκαετίας του 1950, το δόντι ενός ναζί και μια σπάλα βοδινή που βρέθηκε πρόχειρη στο ψυγείο στο περίπτερο του πεθερού του του Θανάση. ‘Θα δείτε ρε τι θα πάθετε!’ μονολογούσε υστερικά ο Τάκης ξεθάβοντας τον τάφο του Γιώργη του Παπαδόπουλου. Και μετά από πολλά ξενύχτια πίσω από τη μάντρα του συνεργείου του όπου είχε στήσει το εργαστήριό του ο σατανικός επιστήμονας τα πειράματα ολοκληρώθηκαν και ο βιονικός Καρατζαφύρερ είναι πια μια πραγματικότητα και κινείται ανάμεσά μας!
Το εξάμβλωμα αυτό μπορεί να μιλάει να περπατάει και να εκσπερματώνει από το στόμα (πράγμα που συνηθίζει άλλοστε), αν και ελατωματικό, γιατί έχει σκισμένα τα ράματα στο δεξί του Πλευρή και έχει Βορίδια αντί για αρχ**ια με το συμπάθειο. Τα Βορίδια αυτά αντικατέστισαν τα δύο πρόχειρα Χρυσά Αυγά που του εμφύτευσε στην αρχή για ούμπαλα ο τρελός επιστήμων Τάκης, που μετέπειτα έσπασαν καθώς από μέσα τους εκολάφθηκαν Χρυσα-αυγήτες σαυρόμορφοι υποχθόνιοι συνέλληνες που ζούνε στο κέντρο της γης και σκάνε μύτη από τη σπηλιά του Νταβέλη που και που για να πουλήσουνε κάτι άκυρα βιβλία στην τηλεόραση που μιλάνε για ούφα, αρκούδες και ρωσίδια.. Φυσικά είναι μεταμφιεσμένοι σε ανθρώπους, και ένας από αυτές τις σαύρες είναι μάλιστα κούκλος σαν Άδωνης.
Το κόλπο όμως το μυρίστηκε αμέσως η ρουφιάνα η Αλέκα. Σκέφτηκε, με τέτοιο όνομα, ‘Λαός’ (ή έστω Λάος) θα μου φάει πελατία ο λιγδιάρης. Πέρασε λοιπόν στην αντεπίθεση με το σατανικό σχέδιο της παρασκευής κομμουνιστικής πρέζας στα υπόγεια εργαστήρια του σπιτιού του Λαού, νοθευμένη με την τέφρα των άταφων αγωνιστών του Βουνού. Έθεσε σε εγρήγορση όλο το καρτέλ που συνομωτικά αποκαλείται Λαϊκό Κίνημα και όλους τους αποτρόπαιους μηχανισμούς του: πρώτα πρώτα το ξέπλημα χρημάτων έγινε μέσω της Λαϊκης Τραπεζας και με τα αζήτητα κέρδη του Λαϊκού λαχείου. Τα Λαϊκα τραγούδια που έπαιζαν από τα μεγάφωνα του Περισσού με τα αντίστροφα μηνύματά τους έστελναν τον κόσμο υπνοτισμένο σαν ζόμπι προς τις Λαϊκές αγορές όπου γινότανε το νταραβέρι κομμουνιστικής ηρωίνης. Σύριγγες για τους σκοπούς του κόμματος προμήθευε δωρεάν στους ενδιαφερόμενους το Λαϊκο Νοσοκομείο. Η πρέζα του λαού άρχισε λοιπόν να κάνει θαύματα. Από Εκάλη, Πολιτεία, Κεφαλάρι ξεχύθηκαν ζάμπλουτοι αγωνιστές με τις μερσεντές και τα Cayenne 4x4 και τα Hummer με κόκκινες σημαίες, παρατήσανε οι κύριες τα spa και το shopping και κατέβηκαν στο δρόμο στο πλευρό του Λαϊκού Κινήματος!
Οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις του τόπου όμως πέρα βρέχει... Την ίδια ώρα που συμβαίνανε σημεία και τέρατα, στο ΠαΣοΚ συζητούσανε με κάτι μωρόχαβλους μαρκετίστες πώς θα αλλάξουν το έβλημα του κόμματος ώστε και να κρατήσουν τους παλιούς παραδοσιακούς ψηφοφόρους αλλά συνάμα να κάνουν και άνοιγμα σε κάθε κατεύθυνση. Τέλος αποφασίστηκε ότι θα κρατήσουν τον πράσινο ήλιο, αλλά από μέσα θα βγαίνει ο κίτρινος Δικέ-φαλλός της ΑΕΚ με σφυρί στο αριστερό χέρι και δρεπάνι στο δεξί, που σε περιπτώσεις ανάγκης κλείνοντας τις φτερούγες του θα σχηματίζει σφυροδρέπανο που θα φωτίζει τον Ελληνικό ουρανό όπως το σήμα του Μπάτμαν στο Γκόθαμ Σίτι, και θα τσιμπάει διαφόρους αμφιταλαντευόμενους φιλοαριστερούς. Αυτό όμως ήταν και η αφορμή να χάσει το ΠαΣοΚ τα Παπα-θεμέλειά του, καθώς διαφώνησε και έφυγε εξοργισμένος από το κόμμα ο Στέλιος, ο σέντερ της ομάδας και στη θέση του ήρθε η Εύα Καϊλή και στο κόμμα έχουν καϊλώσει όλοι πολύ άσχημα και γι’αυτο πάνε για φούντο. Φάτε μάτια ψάρια!
Και μιας και μιλάμε για τους ιχθύες, οι τύποι από το ΣΥΡΙΖΑ είχαν τη φαεινή ιδέα να πάρουν ένα καϊκάκι, να βγουν στο πέλαγο και να ρίξουν δυο παραγάδια και μια τσαπαρί μπας και πιάσουν κανένα Ψαριανό για το ενυδρείο της βουλής και πρωτίστως γιατί ο μεγάλος Ψαριανός τρώει τη μικρή Ψαρούδα.
Στα δίχτυα τους όμως δυστυχώς πιάστηκαν κάτι Δελφίνοι από τη ΝΔ ( τα αρχικά ΝΔ από τα ονόματα του παθιασμένου αμαρτωλού ζεύγους Ντόρα-Δημήτρης, ναι για τον Αβραμόπουλο τον ξάδερφο του Σαρκοζί λέω και την κόρη του Δράκουλα) πράγμα που έκανε κακό στο οικολογικό προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ κι ας μην είναι προστατευόμενα είδη τα ζώα της ΝΔ.
(Η συνέχεια την επόμενη τετραετία(;)...μάλλον.)
Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2007
See You In Hell My Darling
Όταν την προηγουμένη Πέμπτη έμαθα για το θάνατο του Νικολαΐδη δεν ξέρω τι ένιωσα πιο έντονα. Στεναχώρια από το ότι πλέον πήγε στην αγαπημένη του κόλαση ο, με διαφορά, μεγαλύτερος έλληνας σκηνοθέτης ή ανακούφιση γιατί πλέον έπαψε ο ελληνικός κινηματογράφος να διαθέτει τον μοναδικό άνθρωπο που στα έσκαγε από παντού γι’ αυτά που ήθελες να είσαι και κόλωσες, γι’ αυτά που ήθελες να κάνεις και δεν είχες τ’ αρχίδια. Που σου έριχνε μέσ’ τη μούρη τα σκατά μέσα στα οποία ζεις και νομίζεις ότι είναι οκ, ενώ μέσα σου ξέρεις ότι τελικά είναι σκατά, που σού δειχνε στην οθόνη αυτά που σκέφτεσαι, και την ίδια στιγμή που τα σκέφτεσαι, την ίδια στιγμή τα θάβεις ακόμα πιο βαθιά. Κάποιοι μιλάνε για το ρόλο του στο ελληνικό σινεμά και κάτι άλλα ακαδημαϊκά, άκυρα, γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν ότι ο Νικολαΐδης έκανε παγκόσμιο σινεμά που έβγαινε από τα πιο σκοτεινά κομμάτια του μυαλού, μακριά από οποιαδήποτε θεωρία, ιδεολογία και όλες αυτές τις μαλακισμένες λέξεις. No rules. Μόνο χωρίς κανόνες και καμιά αρχή, καμιά εξωτερική επιβολή, φτάνεις εκεί που έφτασε αυτός και δεν αυτολογοκρίνεσαι και σέβεσαι τους γύρω σου, μα πάνω απ’ όλα τον εαυτό σου.
Η παρέα και ο εγκλεισμός. Πάνω από όλα η φιλία, και ότι είναι απ’ έξω είναι εχθρός. Και όταν η φιλία δεν νικάει την εξουσία πέφτει υπερασπίζοντας την, γι’ αυτή τη γαμημένη την αξιοπρέπεια. Ο Νικολαΐδης μπήκε σε τέτοια μονοπάτια που πολλές φορές νίκησαν και τον ίδιο. Αλλά δεν έχει σημασία ποιός νίκησε. Άλλωστε η ήττα δεν είναι πιο ωραία; Οι νίκες σε μαλακώνουν, σε κάνουν λίγο πιο αδερφή, είσαι πλέον από πάνω, και αν είσαι από πάνω είσαι de facto με τους κακούς.
Σκόρπιες φράσεις και σκέψεις. Δυστυχώς δεν έχω την ικανότητα να βρω τα λόγια. Απλώς λέξεις χύμα. Αποχαιρετώ το Νικολαΐδη. Τον ήθελα κι άλλο. Αλλά δεν έχει σημασία; Τα κουρέλια τραγουδάνε για πάντα, και εκείνη η γάτα κάτι μαγειρεύει.
Υ.Γ. Τα κουρέλια είναι από τις δυο τρεις ταινίες που έχουν συμβάλει συνολικά σε αυτό που είμαι. Καληνύχτα, πάω να δω τον Άλκη να χτυπάει τα τύμπανα. Και η κατάληξη είναι γνωστή...
Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2007
Μία από τα ίδια…
Η επόμενη μέρα των εκλογών με βρίσκει στο γραφείο να τεμπελιάζω και να γράφω ένα από τα εκατοντάδες post σχετικά με τη ‘γιορτή της δημοκρατίας’ που όλοι μαζί απολαύσαμε τις τελευταίες εβδομάδες, με αποκορύφωμα τη χτεσινή βραδιά. Βλέπετε ο ‘γάτος’ έχει βγει για ‘εξωτερικές εργασίες’ και είπα ως ‘ποντίκι’ να χορέψω λίγο κι εγώ. Ντροπή μου. Έτσι θα πάει μπροστά αυτός ο τόπος; Any way…
Λοιπόοοον…δεν έχω καμία διάθεση να αρχίσω να γράφω βαρετές μαλακίες για εκλογικά αποτελέσματα, το μέλλον της χώρας, δελφινισμούς και άλλες τέτοιες ανοησίες. Θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω την υπόλοιπη σελίδα με έναν τρόπο που να μην κουράσει τον αναγνώστη (ναι καλά…), να του ερεθίσει τη σκέψη (χαχαχα) και αν γίνεται να τον κάνει να προβληματιστεί λίγο (…). Θα σας παραθέσω λοιπόν μερικά γεγονότα που με έβαλαν σε σκέψη χτες κατά τη διάρκεια του μετεκλογικού καφέ-σουβλακίου-μπύρας, και δεν κρύβω ότι με απογοήτευσαν ελαφρός. Πριν ξεκινήσω όμως πρέπει να παραθέσω δύο πληροφορίες:
1. Στις χτεσινές εκλογές ψήφισα αυτό που μου έλεγε η καρδιά και το μυαλό μου και ομολογώ ειλικρινά ότι δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν ήταν η ‘σωστή’ επιλογή. Ψήφος στο qu-qu-e (άκυρο για όσους δεν κατάλαβαν) με τη χρήση ενός ηλίθιου ευφυολογήματος που μου’ρθε στο λιγοστό μυαλό μου εκείνη τη στιγμή.
2. Παρόλο που είμαι λίγο πολιτικά απογοητευμένος από μερικούς φίλους, που πιθανό να διαβάσουν αυτό το post, δε νομίζω ότι (από μεριά μου) κάτι τόσο ‘ανόητο’ όπως η ψήφος του καθενός μπορεί να αποτελέσει σοβαρή αιτία για να χαλάνε οι καρδιές μας. Τέλος πάντων…ακόμα δεν ξεκίνησα και πάει η σελίδα που λέγαμε.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ως άνθρωπο που λίγο-πολύ αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του, βλέπω καρεκλολάγνους λαοπλάνους πολιτικούς, αραχτούς μικροαπατεωνίσκους δημόσιους υπαλλήλους, οργισμένους αγρότες μέσα σε Mercedes, αυθαίρετα μέσα σε καμένα δάση και πάνω σε παραλίες κλπ κλπ. Από την άλλη βλέπω συνταξιούχους, συνδικαλιστές, φοιτητές και πολίτες γενικότερα να κατεβαίνουν στους δρόμους, να διαδηλώνουν (δικαίως ή αδίκως), να δυσανασχετούν και να μιλούν για καλύτερες συνθήκες σε ότι είναι αυτό που τους καίει τέλος πάντων. Και πες…άντε και τη δώσαμε την ευκαιρία και μια και δυο και τρεις φορές και στα δύο μεγάλα κόμματα. Και πάλι άντε και η δεξιά και η αριστερά είχαν έντονα συναισθηματικά προφίλ στις συνειδήσεις του κόσμου μέχρι πριν μερικά χρόνια. Από εδώ και πέρα τι γίνεται όμως;;;
Κάθομαι και συλλογίζομαι λοιπόν ότι αν εξαιρέσεις τα παιδιά εκείνα που έχουν κάποιο άμεσο συμφέρον, και εκείνα που δεν έμαθαν να ξεχωρίζουν το γήπεδο από την πολιτική, οι υπόλοιποι μορφωμένοι κατά τους τύπους και σκεπτόμενοι νέοι, θα κάνουν έστω και την απόπειρα για τη διαφορά. Και θα με ρωτήσετε τώρα ποια είναι αυτή η διαφορά. Δεν μπορώ να το ξέρω, αλλά όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, με το να ψηφίζεις τα κόμματα που συντηρούν την κακοδιαχείριση και την απάτη όντας κυβέρνηση, ή με το να στηρίζεις, ανούσια, με την ψήφο σου, ‘μικρά’ κόμματα που προβάλουν θέσεις ακραίες, απαιτήσεις εξωπραγματικές ή έστω ‘ωραίες ιδέες’ χωρίς κανένα ουσιαστικό πλάνο πραγματοποίησής τους μόνο και μόνο για αντίδραση, δε νομίζω ότι αλλάζει τίποτα.
Και περνάω στα προσωπικά μου χτεσινά βιώματα για να ολοκληρώσω επιτέλους αυτή τη βαρετή μπούρδα που γράφω. Χθες υπήρξα μέλλος μιας αρκετά μεγάλης παρέας από νέα παιδιά σαν κι εμένα, και έφτασαν στα αυτιά μου συζητήσεις (από ψηφοφόρους των δύο μεγάλων κομμάτων) για το αν το ΠΑΣΟΚ ή η ΝΔ έχουν βλάψει πιο πολύ την Ελλάδα ως επιχειρήματα για το ποιος είναι καλύτερος για να κυβερνήσει αυτόν τον τόπο (???). Έμαθα ότι κάποιοι φίλοι προτίμησαν το ξεχασμένο στην εποχή του Στάλιν, ΚΚΕ για τη ‘μαχητικότητά’ του υπέρ των καταπιεσμένων εργαζόμενων, όταν οι αντιπροτάσεις του συγκεκριμένου κόμματος δε γίνεται να εκφράζουν λογικούς ανθρώπους (?????). Υπήρξαν και εκείνοι που επέλεξαν το ‘εναλλακτικό’ ΣΥ.ΡΙΖ.Α, του οποίου το πρόγραμμα διάβασα σε μία απέλπιδα προσπάθεια να βρω κάτι να ψηφίσω. Απογοήτευση και εκεί μιας και ήταν ο χώρος που μου ήταν ανέκαθεν πιο συμπαθής και δε βρήκα πουθενά τη ρεαλιστική ριζοσπαστικότητα που αρμόζει στην ελληνική πραγματικότητα.
Αποφασίσαμε λοιπόν όχι μόνο να δεχτούμε το ‘παιχνίδι’ αλλά να του δώσουμε και ένα μεγαλοπρεπές ΟΚ για να συνεχίσει να κάνει την καθημερινότητά μας όλο και πιο μίζερη. Γιατί ρε παιδιά;;;



